Ακούστηκαν από τους προηγούμενους ομιλητές αρκετά για το μηχανισμό της κρίσης, για τις αιτίες της. Θα προσπαθήσω να πω δυο λόγια για το πώς αυτά επιδρούν στη ζωή μας και τι σημαίνει η συζήτηση περί χρεοκοπίας.
Η κρίση σημαίνει ζημιές, καταστροφές κεφαλαίου, απαξίωση κεφαλαίου. Μόνο στον τραπεζικό κλάδο οι ζημιές είναι παγκοσμίως 3 – 4 τρις δολάρια.
Το πρώτο ερώτημα, είναι ποιος θα πληρώσει αυτές τις ζημιές, της κρίσης»; Αφού το κράτος κινείται με τη λογική: ιδιωτικοποιούμε τα κέρδη και κοινωνικοποιούμε τις ζημιές και τα χρέη.
Το δεύτερο ερώτημα είναι ποιος θα υποβληθεί σε θυσίες, ώστε η κερδοφορία να ανακάμψει στα πριν από την κρίση επίπεδα;
Εκείνο που επιδιώκουν, στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς, είναι να διαμορφώσουν έναν κλοιό τρόμου και φόβου, με στόχο τα σκληρά αντιλαϊκά μέτρα να φανούν ως αναπόφευκτα και αναγκαία.
Το δεύτερο που γίνεται αυτή τη στιγμή, είναι ότι ασκείται πίεση στην κυβέρνηση, ν’ ανοίξει από την αρχή σκληρά κοινωνικά θέματα όπως εργασιακό, ασφαλιστικό. Στήνεται σκηνικό πίεσης και προς την κοινωνία όχι στην κατεύθυνση της πολιτικής, αυτή είναι δεδομένη, αλλά στην αποδοχή μιας στρατηγικής soc.
Τα στοιχεία του σκηνικού:
Η ατζέντα: Απομονώνουν το υπαρκτό πρόβλημα του δημόσιου ελλείμματος και υποβαθμίζουν άλλα προβλήματα που συνδέονται μ’ αυτό. Το έλλειμμα στην απασχόληση ή το παραγωγικό έλλειμμα που έχουμε.
Ο χρόνος και η διάρκεια της προσαρμογής: Η μείωση του ελλείμματος π.χ. μπορεί να αρχίσει αφού η οικονομία ανακάμψει; Όχι λένε. Να γίνει τώρα.
Μια κινδυνολογία για τα κεφάλαια: Δε μπορούμε λένε να πάρουμε μέτρα για τη φοροδιαφυγή του μεγάλου κεφαλαίου, γιατί θα φύγει από τη χώρα.
Άρα, με αυτά προσπαθούν να δημιουργήσουν έναν κλοιό, ότι τίποτε άλλο δε μπορεί να γίνει, από το να περικοπούν οι συντάξεις, να αυξηθούν τα όρια ηλικίας, να καθηλωθούν οι μισθοί, να μη γίνουν διάφορα κοινωνικά και αναπτυξιακά προγράμματα για τη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Πώς πρέπει να αντιδράσουμε σ’ αυτό το κλίμα που τείνει να διαμορφωθεί;
Το πρώτο είναι η διάσταση του χρόνου. Πρέπει να βοηθήσουμε τον κόσμο να καταλάβει ότι η κρίση δεν είναι στιγμιαίο γεγονός, είναι μπροστά μας. Επομένως, δε μπορεί να αντιμετωπιστεί με έκτακτα μέτρα σαν αυτά που πήρε η κυβέρνηση ή σαν άλλα που μπορεί να ετοιμαστούν. Να απαιτήσουμε δίκαιες και διαρθρωτικές λύσεις μακράς πνοής.
Το δεύτερο είναι να κατανοηθεί ότι η κρίση είναι διεθνής. Η μάχη για την κατανομή του κόστους της είναι παγκόσμια. Έχουμε νομισματικό και εμπορικό πόλεμο και ο ένας προσπαθεί να επωφεληθεί σε βάρος του άλλου.
Όταν οι Αμερικανοί υποτιμούν το δολάριο και άρα ανατιμάται το ευρώ, γίνεται μεταφορά του κόστους της κρίσης, αυξάνει η ανεργία κ.ο.κ. Ενώ εμείς ως χώρα, έχουμε ξεχάσει να διαπραγματευόμαστε. Πώς είναι δυνατόν η ΕκΤ να δανείζει τις εμπορικές τράπεζες με επιτόκιο 1%, οι τράπεζες να δανείζουν το δημόσιο με 4% ή 5%, να κερδοσκοπούν και να μην τίθεται καν ο στόχος προς διαπραγμάτευση από την κυβέρνηση το να δανείζει κατευθείαν η ΕκΤ το ελληνικό δημόσιο με το χαμηλό επιτόκιο;
Το τρίτο είναι ο πόλεμος της ατζέντας. Πριν τις εκλογές κάναμε κάτι και δεχτήκαμε, ως επιτροπή πολιτικού σχεδιασμού, θετικά σχόλια. Είπαμε ότι κρίση σημαίνει κρίση της απασχόλησης. Έχει πολύ μεγάλη σημασία ως αριστερά να δώσουμε τη μάχη της ατζέντας. Να κατανοηθεί από τον κόσμο ότι αν π.χ. αντιμετωπιστεί το δημοσιονομικό πρόβλημα με έναν τρόπο που αυξάνει την ανεργία δε λύνεται το πρόβλημα, αντίθετα πολλαπλασιάζεται.
Και τέταρτο, να δώσουμε τη δική μας πρόταση για τις συνέπειες της κρίσης και τη διέξοδο απ’ αυτήν. Έχουμε και στο ΣΥΝ και στο ΣΥΡΙΖΑ ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που πρέπει να εμπλουτίζουμε και εξειδικεύουμε.
Μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν δύο δρόμοι διεξόδου από την κρίση. Ο ένας είναι ο δρόμος του κεφαλαίου και ο άλλος είναι ο δρόμος της εργασίας. Κρίση, σε τελευταία ανάλυση, σημαίνει κρίση των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Κρίση συμβαίνει διότι το κεφάλαιο δε μπορεί να αποσπάσει μεγαλύτερο κέρδος, διότι δε μπορεί να απασχοληθεί η διαθέσιμη εργασία. Κρίση, σημαίνει μια νέα διευθέτηση στις σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, μέσω μιας διαδικασίας καταστροφών, συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων.
Με ποιο τρόπο υλοποιείται ο δρόμος του κεφαλαίου σήμερα;
Τυπώνουν και δίνουν στις τράπεζες τζάμπα χρήμα για να υπάρξει ρευστότητα και να αποτραπεί το βάθεμα της κρίσης. Οι τράπεζες όμως παίρνουν τη ρευστότητα και την παίζουν στα χρηματιστήρια ή παίρνουν κρατικά ομόλογα. Οι ελληνικές τράπεζες, έχουν πάρει 50 δις€ από την ΕκΤ και δεν υπάρχει ρευστότητα στην αγορά, δε χρηματοδοτούνται επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Δεύτερο, επιδιώκοντας την άνοδο των χρηματιστηρίων, προσδοκούν μέσα απ’ αυτά οι τράπεζες να κάνουν αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους θέση για να μπορούν να δανείζονται και να δανείζουν ξανά. Να επιστρέψουμε στην προ κρίσης κατάσταση που μας οδήγησε σ’ αυτήν. Να ξαναμπούμε σε μια διαδικασία δανεισμού, για να κινηθεί η οικονομία. Πού οδηγεί αυτό;
Πολλοί συζητούν ότι αυτή η μορφή εξόδου από την κρίση οδηγεί ήδη τώρα στη δημιουργία νέας φούσκας και δεν αποκλείουν, μετά από λίγα χρόνια, να έχουμε ξανά κατάρρευση χρηματιστηρίων, τραπεζών κλπ.
Δεύτερον, ακόμη κι αν αυτό δε συμβεί, το πιο πιθανόν είναι να έχουμε μια περίοδο με πολύ χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλή ανεργία.
Και η τρίτη εκδοχή, και η πιο πιθανή κατά την άποψή μου, είναι να έχουμε μια «άνεργη ανάκαμψη», δηλαδή να έχουμε μια ανάκαμψη με αύξηση της ανεργίας, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν.
Ένας εναλλακτικός δρόμος εξόδου από την κρίση με άξονα την εργασία περνάει μέσα από την ανάκαμψη της απασχόλησης και την αναβάθμιση γενικότερα της εργασίας. Γιατί η αύξηση της ανεργία επιδεινώνει και άλλα προβλήματα; μειώνει τη ζήτηση, τα δημόσια έσοδα, «τινάζει» στον αέρα το ασφαλιστικό σύστημα. Γι’ αυτό εμείς προτάσσουμε ως πρώτη γραμμή άμυνας και διεξόδου, την αναβάθμιση της εργασίας, την κατάργηση των επισφαλών μορφών απασχόλησης, τη δημιουργία 100.000 θέσεων εργασίας το χρόνο.
Ο πρώτος, στόχος είναι αμυντικός, να αποφύγουμε το βάθεμα της ύφεσης και την κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος και ο δεύτερος είναι μέσα απ’ αυτό να δημιουργήσουμε νέα απασχόληση, νέα προστιθέμενη αξία. Για μας έξοδος από την κρίση είναι να παραχθεί νέο εισόδημα, αλλά και για να γίνει αναδιανομή του υπάρχοντος.
Ο δεύτερος άξονας είναι οι ανάγκες. Η αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης και η διέξοδος από αυτήν στηρίζονται σε πολιτικές που ικανοποιούν ανάγκες, ατομικές και συλλογικές.
Για ποια «έξοδο από την κρίση» μιλάμε όταν ο κόσμος ζει στην ανέχεια, δεν έχει λεφτά να ζήσει με αξιοπρέπεια ή δεν έχει νοσοκομείο να ικανοποιήσει την ανάγκη για περίθαλψη; Χρειάζεται μια οικονομία που λειτουργεί με κριτήριο όχι τη μεγιστοποίηση του κέρδους αλλά τη μεγιστοποίηση της κοινωνικής ωφέλειας.
Ας δούμε πώς αυτή η γενική ιδέα βρίσκει εφαρμογή στο θέμα της απασχόλησης. Είπαμε ότι είναι ανάγκη να δημιουργηθούν 100.000 θέσεις εργασίας το χρόνο. Ορισμένοι έχουν καταλάβει ότι ζητούμε να γίνουν 100.000 διορισμοί. Δεν είναι σωστό. Πού μπορούν να βρεθούν αυτές οι θέσεις εργασίας;
Πρώτον, κάλυψη ελλειμμάτων στο κοινωνικό κράτος: νοσοκομεία, σχολεία και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς που δε λειτουργούν. Η κάλυψη τέτοιων κενών δημιουργεί απασχόληση, αλλά επιτρέπει και την ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών.
Δεύτερον, νέες δημόσιες πολιτικές. Οι τράπεζες δεν μπορεί να είναι το υποκατάστατο του κοινωνικού κράτους, για να ικανοποιήσει ο κόσμος τις ανάγκες του για στέγη, περίθαλψη, σπουδές κλπ.
Έξοδος, από την κρίση σημαίνει τη θέση των τραπεζών να την πάρουν νέες δημόσιες πολιτικές. Να υπάρξει μια ειδική τράπεζα, η οποία παίρνοντας τα λεφτά από τον ΟΕΚ, που είναι λεφτά των εργαζομένων, να ασκήσει δημόσια πολιτική παροχής κοινωνικής κατοικίας.
Τρίτον, αναδιαρθρώσεις. Δε μπορούμε να στηρίξουμε την ανάπτυξη της οικονομίας μόνο στην οικοδομή και μάλιστα όχι για κάλυψη αναγκών αλλά για επενδύσεις και πώληση σε ξένους. Εδώ στον κλάδο των οικοδόμων και των μηχανικών θα έχουμε μια ανεργία δομική. Τι μπορεί να γίνει; Να φτιάξουμε ένα πρόγραμμα, ώστε μέρος του κόσμου που απασχολούνταν στην οικοδομή, να βρει δουλειά σε έργα προστασίας και αναβάθμισης του περιβάλλοντος, εξοικονόμησης ενέργειας κλπ. Εμείς λέμε ότι αυτό είναι εφικτό. Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει και άλλες αναδιαρθρώσεις.
Τέταρτο, νέοι κλάδοι, νέοι τομείς απασχόλησης. Η Ελλάδα έχει παραγωγικό πρόβλημα. Να συζητήσουμε για νέους κλάδους ή τομείς σε σχέση και με την κλιματική αλλαγή, τις νέες τεχνολογίες, αλλά και γενικότερα και να επιδιώξουμε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας.
Μέσα από την οικονομία των αναγκών, με τις κατάλληλες επιλογές, μπορούμε να συνδυάσουμε υπαρκτές ανάγκες της κοινωνίας με προβλήματα της κοινωνίας όπως η ανεργία κλπ και να βρούμε λύσεις, οι οποίες να συμβάλουν και στη λύση του συγκεκριμένου προβλήματος, αλλά και στην ανάκαμψη και στην έξοδο από την κρίση.
Χρειάζεται βεβαίως κοινωνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με πρώτο βήμα, για δημόσιο πυλώνα, την Εθνική Τράπεζα., για τη χρηματοδότηση αυτών των προτεραιοτήτων.
Δύο λόγια για το ασφαλιστικό σύστημα. Πιστεύω, ότι η τριμερής χρηματοδότηση δεν αρκεί πια.Το ασφαλιστικό σύστημα θα έχει τεράστια προβλήματα, ακόμα κι αν λύσουμε τα ζητήματα των εισφορών, της ανασφάλιστης εργασίας κλπ. Σκέφτομαι, λοιπόν, να πούμε τη θέση, σε κάθε εταιρεία που δημιουργείται στην Ελλάδα, το 5% του μετοχικού της κεφαλαίου να ανήκει στην κοινωνική ασφάλιση και μαζί με την τριμερή χρηματοδότηση, να έχουμε κι αυτό το «κοινωνικό απόθεμα» ως μια τέταρτη πηγή.
Να τελειώσω με κάποιες σκέψεις για την αριστερά απέναντι σ’ αυτή την κρίση. Γιατί η Αριστερά πρέπει να προσεγγίσει την κρίση αυτή με όρους μιας ιστορικής εποχής, με απροσδιόριστη διάρκεια και με τη φιλοδοξία να σφραγίσουν το τέλος της κρίσης οι δικοί μας πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες.
Να κάνουμε επιλογές, όχι να παρακολουθούμε τις εξελίξεις, όπως χρόνια κάνει το ΚΚΕ. Όχι μόνο να υπερασπιστούμε ό,τι θετικό του παρελθόντος, αλλά να αξιοποιήσουμε ό,τι θετικό κυοφορεί το μέλλον.
Να κατακτήσουμε μια νέα κουλτούρα. Δε δημιουργήσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ για να γίνουμε απλώς πιο ισχυροί, αλλά για να γίνουμε διαφορετικοί, στη βάση μιας συμφωνίας, ότι ουδείς είναι δικαιωμένος από την Αριστερά. Όλοι σεβόμαστε τους αγώνες όλων, αλλά αν υπήρχε κάποια γραμμή που είχε δικαιωθεί, θα την εφαρμόζαμε. Μαζευόμαστε για να βρούμε τη νέα γραμμή.
Εδώ και μερικούς μήνες ακούω συζητήσεις που παραβιάζουν αυτή την αρχή. Στο ΣΥΡΙΖΑ δε μαζευτήκαμε για να κάνει ο ένας μάθημα στον άλλον. Μαζευτήκαμε για να εργαστούμε από κοινού για την αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων του αριστερού κινήματος όπως διαμορφώθηκε ως τώρα, για να μπορέσουμε ακριβώς να προχωρήσουμε παραπέρα, σεβόμενοι ο ένας την άποψη του άλλου.
Επιμέλεια : Η.Χ.