Αγανάκτηση μας προκάλεσε η πληροφορία, που πήραμε μέσω μιας δημοσιευμένης εύστοχης απάντησης τού Δημάρχου Πρέβεζας, ότι ο Κυριάκος Βελόπουλος, βουλευτής τού ΛΑ.Ο.Σ. και εξ αυτού κατ’ επάγγελμα ελληναράς, απολογητής τής ιδεολογίας τού φόβου και του μίσους, εκείνης της ιδεολογίας, που έχει προσφέρει στους λαούς όλου του κόσμου πολέμους, πογκρόμ, εθνοκαθάρσεις, γενοκτονίες κι ολοκαυτώματα, τόλμησε να προσβάλει τη μνήμη ενός λαμπρού γεννήματος και θρέμματος της πόλης μας, του Αλή Ντίνο Μπέη. Με ερώτησή του στη Βουλή προς τον Υπουργό Εσωτερικών του ζητά να μαλώσει το Δήμο Πρέβεζας, γιατί το 1993 εξέδωσε λεύκωμα με τις γελοιογραφίες τού Αλή Ντίνο, τον οποίο χαρακτηρίζει πρόσωπο αμφιλεγόμενο για τα εθνικά συμφέροντα…

Το παρακατιανό ήθος των τέτοιου τύπου ελληναράδων δεν θα αφήσουμε να μολύνει την πόλη μας, της οποίας οι έλληνες κάτοικοι ποτέ δεν είχαν πρόβλημα, αντίθετα, μάλιστα, όσοι απ’ αυτούς τον γνώρισαν, θυμόνταν τον Αλή Ντίνο με αγάπη και εκτίμηση για το πνευματικό και ηθικό του ανάστημα. Και, βέβαια, δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τη συμπολίτισσα και κόρη του, παλιά επονίτισσα, κυρία Σαφέτ Μαυρομμάτη, την οποία τελευταίος αποκάλεσε με το ελληνοχριστιανικό της όνομα ο παπάς που τη βάφτισε. Για όλους τους συμπολίτες της το όνομά της, Σαφέτ, φτάνει και περισσεύει.

Ο αλβανός ευπατρίδης Αλή Ντίνο, εγγονός τού βαλή τού Αιγαίου και για μια εβδομάδα Μεγάλου Βεζύρη Αμπιντίν Ντίνο Πασά –που έγραφε ποιήματα στα ελληνικά–, μωαμεθανός τυπικά, άθεος κατά δήλωσή του, πολίτης τού κόσμου, γεννήθηκε το 1890 στην οθωμανική τότε Πρέβεζα. Φοίτησε στο γαλλικό σχολείο τής Κωνσταντινούπολης και σπούδασε πολιτικές επιστήμες στη Σορβόννη. Μετά τις σπουδές του επέστρεψε στην πατρίδα του και μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στην ήδη ελληνική Πρέβεζα και την Αθήνα. Εκλέχτηκε δυο φορές βουλευτής με το κόμμα τού Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Ιδρυτικό μέλος τής Ένωσης Σκιτσογράφων, έγινε πρόεδρός της, ταμίας τής Ένωσης Σωματείων Εικαστικών Τεχνών και γενικός έφορος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Γελοιογραφίες του δημοσιεύτηκαν στο “Σατανά” , το “Φλιτ”, το “Φανό των Συντακτών” και την εφημερίδα “Πρωία”, όπου δούλευε. Πέθανε πρόωρα, το 1938, στην Αθήνα από ατύχημα. Με το έργο του έχουν ασχοληθεί ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Σπύρος Μελάς, ο Γιώργος Καρατζάς, ο Πολ Νορ, η Σελέστ Πολυχρονιάδη, ο Αλέκος Λιδωρίκης. Τα κείμενά τους, μαζί με ένα εκτεταμένο και σημαντικό πρόλογο του Κώστα Μητρόπουλου, περιλαμβάνονται στο λεύκωμα που εξέδωσε ο Δήμος Πρέβεζας. Τελευταία, ένα εκτενές κείμενό του με τίτλο “Ο δικός μας Αλή Ντίνο” δημοσίευσε στο σατιρικό περιοδικό “Γαλέρα” ο επίσης συμπολίτης μας Γιώργος Μπαζίνας, εκδότης του περιοδικού “Παρά πέντε”, ιδιοκτήτης των εκδόσεων “Ars longa”.

Η έκδοση του λευκώματος για τον Αλή Ντίνο Μπέη τιμά την πόλη∙ όμως, νομίζουμε, δεν αρκεί πια, για να αποδώσει την οφειλόμενη τιμή στο δημιουργό. Σαν αντιστάθμισμα στην ύβρη του Κ. Βελόπουλου –που συνιστά ύβρη και για την πόλη– προτείνουμε στο Δήμο να αποφασίσει τη μετονομασία μιας κεντρικής οδού σε οδό Αλή Ντίνο Μπέη. Κι ας αφήσουμε τις καθαρότητες για τις βρώμικες ψυχές.

Άρθρο του Θανάση Περδικάρη

Η ευρωπαϊκή οδηγία για τα stage προβλέπει ότι εφαρμόζονται μια φορά ανά άτομο –κατ’ εξαίρεση δυο– αφού υποτίθεται ότι στοχεύουν στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Μια φορά αποκτάς την εμπειρία και μετά (υποτίθεται) βρίσκεις δουλειά. Όταν όμως γίνεται εφαρμογή του προγράμματος για 3, 4, 5 φορές τότε είναι φανερό ότι αυτό αξιοποιείται για κάλυψη μόνιμων και διαρκών αναγκών με ανασφάλιστη και κακοπληρωμένη εργασία.

Francis Bacon, Τρίπτυχο, 1970

Γι’ αυτό, όταν ο Αλ. Τσίπρας στο debate ρώτησε τον τότε πρωθυπουργό αν τα stage είναι νόμιμα και ηθικά, «κτύπησε μεγάλη φλέβα». Κατάφερε να φέρει στην κεντρική πολιτική σκηνή, μετά από 3 χρόνια συνεχών παρεμβάσεων του ΣΥΡΙΖΑ, μία από τις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις πελατειακών σχέσεων και ομηρίας εργαζομένων. Ένα ζήτημα που μέχρι τότε κάλυπτε ένοχη σιωπή.

Έτσι η τωρινή αντιπαράθεση ΠΑΣΟΚ και ΝΔ για το ζήτημα μόνο υποκριτική είναι. Τα stage θεσπίστηκαν επί ΠΑΣΟΚ το 1996 και μάλιστα με τυμπανοκρουσίες για μεταρρύθμιση στην αγορά εργασίας! Η ΝΔ γενίκευσε την εφαρμογή τους μετά το 2004, μετατρέποντας τα βουλευτικά και κομματικά γραφεία (μέχρι την παραμονή των εκλογών) σε γραφεία εύρεσης μαύρης – ανασφάλιστης εργασίας, εκμεταλλευόμενη την απόγνωση χιλιάδων νέων ανθρώπων. Τώρα το ΠΑΣΟΚ, με τον τρόπο που τα καταργεί στο δημόσιο, χωρίς να εξασφαλίζει μέλλον και προοπτική στους εργαζόμενους, είναι να σαν καταργεί τη δουλεία σκοτώνοντας τους σκλάβους! Ακόμη, η απόφαση να ισχύσουν στον ιδιωτικό τομέα, γιατί θα είναι θετικό στην οικονομία, αφού οι επιχειρήσεις θα έχουν εργατικό δυναμικό με χαμηλό κόστος, προκαλεί συγκεκριμένα ερωτήματα:

  • Γιατί αυτό που είναι παράνομο – ανήθικο στο δημόσιο, γίνεται νόμιμο – ηθικό στον ιδιωτικό τομέα;
  • Πως εθνικοί ή ευρωπαϊκοί πόροι θα διοχετεύονται σε ιδιώτες με ανοικτά τα ζητήματα ομηρίας και εξάρτησης;
  • Μήπως χρησιμοποιηθούν πάλι καταχρηστικά και με τρόπο που δεν αντιστοιχεί σε απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά σε κανονικότατη εργασία;
  • Τι θα συμβεί στα εργασιακά, αν ο ιδιωτικός τομέας κατακλυστεί από δεκάδες χιλιάδες τέτοιες περιπτώσεις κακοπληρωμένων πιθανά και ανασφάλιστων απασχολούμενων με stage;
  • H κατάσταση αυτή δεν θα συμπιέζει και δεν θα επιδεινώνει τις συνθήκες εργασίας των υπόλοιπων εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα;
  • Μήπως δημιουργούνται έτσι ευνοϊκές συνθήκες για απορρύθμιση της αγοράς εργασίας με πλήρη εξάλειψη των συμβάσεων αορίστου χρόνου, με απολύσεις εργαζόμενων μεγάλης ηλικίας, με συμπίεση των εργασιακών δικαιωμάτων στο κατώτερο δυνατό επίπεδο; Αυτό προτείνει το ΠΑΣΟΚ;

Ερωτήματα που θα μείνουν αναπάντητα, αφού είναι προφανές ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει ένα κοινωνικό φαινόμενο. Επιχειρεί να περικόψει δαπάνες και να μεταφέρει στο “δικό της γήπεδο” αυτή την ιδιότυπη κατάσταση εργασιακής ομηρίας, όπως πριν το 2004 με τους χιλιάδες συμβασιούχους. Σκοπεύει να μετατρέψει μαθητές – καταρτιζόμενους σε σκληρά εργαζόμενους, στον ιδιωτικό τομέα, με ένα άθλιο επίδομα και χωρίς ένσημο.

Αυτό είναι ανήθικο. Γι’ αυτό επιβάλλεται κατάργηση όλων των ελαστικών εργασιακών σχέσεων σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, αναδρομική κάλυψη ασφαλιστικά των εργαζομένων σε προγράμματα stage, κατάργηση των ρουσφετολογικών σχέσεων (stage, ορισμένου χρόνου, ωρομίσθιοι, συμβασιούχοι, εργολαβίες), προκήρυξη για κάλυψη πάγιων αναγκών με αναγνώριση εργασιακής εμπειρίας και παραμονή των εργαζομένων μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών, τακτοποίηση όσων συμβασιούχων καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις της ευρωπαϊκής οδηγίας.

Πέρα από τα παραπάνω, εντύπωση προκαλεί και ο τρόπος που αντιμετωπίζονται από μέλη της κυβέρνησης, βουλευτές και παράγοντες του ΠΑΣΟΚ οι εργαζόμενοι στα stage. Πολλές φορές με απαξιωτικές φράσεις και με τοποθετήσεις στα όρια του κυνισμού, προκαλούν όχι μόνο τους ίδιους αλλά, πιστεύω, και κάθε πολίτη. Αλήθεια, όλοι αυτοί έχουν σκοπό, στα πλαίσια μιας νέας αλλαγής, να πατάξουν τη διαφθορά, συγκρουόμενοι με νέους ανθρώπους που οι ίδιοι και σε μια από τις προηγούμενες πολιτικές τους ζωές, εξανάγκασαν σε τριτοκοσμικούς όρους απασχόλησης; Τώρα μαθαίνουν οι πολίτες ότι αλλαγή σημαίνει θύματα, συγκρούσεις, δάκρυα και απώλειες πάλι για τους πολλούς, τους ξεχασμένους. Τώρα γνωρίζουν όλοι ότι ο αγώνας για την αξιοκρατία αρχίζει με την εκκαθάριση της κατάστασης που επικρατεί στα stage Δημοσίου, ενώ δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούν τη νέα “πατέντα”, που ετοιμάζουν στον ιδιωτικό τομέα.

Όμως πρέπει η συζήτηση για τα stage να μας οδηγήσει σε ευρύτερο πλαίσιο: Τι κάνουμε με τις επισφαλείς θέσεις εργασίας, τι κάνουμε με την ανεργία, ποια πολιτική απασχόλησης έχουμε;

Αυτά χρειάζεται η κοινωνία μας, αυτά πρέπει να συζητήσουμε!. Όχι πατερναλισμούς, νουθεσίες, επικρίσεις και επιπλήξεις σε πολίτες που διεκδικούν τα αυτονόητα: εργασία για όλους με ασφάλεια και σταθερότητα, ανθρώπινες εργασιακές σχέσεις, αξιοπρεπείς μισθούς.

Όσοι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να το αντιληφθούν, τουλάχιστον ας σιωπήσουν γιατί προκαλούν!.

Θανάσης Περδικάρης

Γραμματέας ΣΥΝ Λευκάδας

Εμφανίστηκε μετά από πολύ καιρό  ο σ. Αλαβάνος στη παρουσίαση του βιβλίου της Ν. Βαλαβάνη   Με την  εκφραστική δεινότητα που τον διακρίνει, υποστήριξε τις γνωστές του απόψεις. Σε αλλα μπορεί να συμφωνεί κανείς – όπως για τον ΣΥΡΙΖΑ σε άλλα όχι – όπως για την μεγάλη ήττα.

Αυτό που κάνει εντύπωση  είναι ότι  μιλούσε  σαν να μην πέρασε μια μέρα, σαν να μη συνέβη τίποτε, σαν να μην έχει καμία ευθύνη  για το αποτέλεσμα ενώ φταίνε οι άλλοι.

Στο κομμουνιστικό κίνημα όμως υπάρχει και μια λέξη που λέγεται αυτοκριτική την οποία όπως φαίνεται ο σ. Αλαβάνος την έχει αντικαταστήσει με την λέξη αυταρέσκεια….

ΝΙΚ. ΛΙΒ

Η εκδήλωση με θέμα “Ένας χρόνος παγκόσμιας οικονομικής κρίσης: Οι προκλήσεις για την Αριστερά”, που είχαμε αναγγείλει στο προηγούμενο φύλλο μας για την 14-11-2009, πραγματοποιήθηκε τελικά μια μέρα νωρίτερα, στις 13 του μήνα, και με μεγάλη επιτυχία, τόσο ως προς το επίπεδο των εισηγήσεων και της συζήτησης, όσο και ως προς την προσέλευση και τη συμμετοχή τού κόσμου. Δημοσιεύουμε αποσπάσματα των απομαγνητοφωνημένων εισηγήσεων του Γιάννη Δραγασάκη και του Γιάννη Μηλιού και το γραπτό κείμενο, που μας παρέδωσε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος.

Η Σύνταξη

Προοίμιο

από το Μιχάλη Νόβα

Αγαπητοί σύντροφοι, φίλοι και συμπολίτες, σας καλωσορίζουμε στην αποψινή εκδήλωση. Αφορμή  για την πραγματοποίησή της είναι η αδιάλειπτη έκδοση επί είκοσι τρεις μήνες ισάριθμων φύλλων του “Φόρουμ Πρέβεζας”.

Όπως γνωρίζετε, θέμα της αποψινής εκδήλωσης – συζήτησης είναι “Ένας χρόνος παγκόσμιας οικονομικής κρίσης: Οι προκλήσεις για την αριστερά”. Φιλοδοξούμε  να συμβάλουμε στον προβληματισμό που αναπτύσσεται για τα αίτια της οικονομικής κρίσης και τον τρόπο που πρέπει να ξεπεραστεί, χωρίς να πληρώσουν το κόστος αυτοί που δεν έχουν καμία ευθύνη για τη δημιουργία της.

Είναι σημαδιακή η συγκυρία. Οι ηγέτες των καπιταλιστικών χωρών στο Βερολίνο γιορτάζουν τα είκοσι χρόνια από την πτώση του “υπαρκτού”,  πατώντας ταυτόχρονα στα αναμμένα κάρβουνα των συνεπειών της οξύτατης κρίσης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, που υπερασπίστηκαν όλο αυτό τον καιρό.

Πιστεύουμε ότι για τη ριζοσπαστική αριστερά η κρίση είναι μια πρόκληση για τη διατύπωση του δικού της αυτόνομου πολιτικού λόγου. Ταυτόχρονα με τους αγώνες για την υπεράσπιση των κοινωνικών κατακτήσεων, πρέπει να διατυπώσει τον προγραμματικό της λόγο αμφισβήτησης του κυρίαρχου κοινωνικοοικονομικού μοντέλου. Απέναντι στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο της κυριαρχίας των αγορών και του χρηματιστικού κεφαλαίου και των ιδιωτικοποιήσεων τομέων της οικονομίας κοινωνικού χαρακτήρα, η ριζοσπαστική αριστερά πρέπει να προβάλει τον αναπροσανατολισμό της οικονομίας στην παραγωγή πρώτα από όλα των κοινωνικών αγαθών και στην καθολικότητα του δικαιώματος απόλαυσης αυτών των αγαθών.

Ομιλητές στην αποψινή εκδήλωση είναι οι σύντροφοι Γιάννης Δραγασάκης, συντονιστής της Επιτροπής Πολιτικού Σχεδιασμού του Συ.Ριζ.Α., μέλος της Κ.Π.Ε. του ΣΥΝ, Γιάννης Μηλιός, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, εκδότης του περιοδικού “Θέσεις”, και Ευκλείδης Τσακαλώτος, καθηγητής στο οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, μέλος της Κ.Π.Ε. του ΣΥΝ.

Ακούστηκαν από τους προηγούμενους ομιλητές αρκετά για το μηχανισμό της κρίσης, για τις αιτίες της. Θα προσπαθήσω να πω δυο λόγια για το πώς αυτά επιδρούν στη ζωή μας και τι σημαίνει  η συζήτηση περί χρεοκοπίας.

Η κρίση σημαίνει ζημιές, καταστροφές κεφαλαίου, απαξίωση κεφαλαίου. Μόνο στον τραπεζικό κλάδο οι ζημιές είναι παγκοσμίως 3 – 4 τρις δολάρια.

Το πρώτο ερώτημα, είναι ποιος θα πληρώσει αυτές τις ζημιές, της κρίσης»; Αφού το κράτος κινείται με τη λογική: ιδιωτικοποιούμε τα κέρδη και κοινωνικοποιούμε τις ζημιές και τα χρέη.

Το δεύτερο ερώτημα είναι ποιος θα υποβληθεί σε θυσίες, ώστε η κερδοφορία να ανακάμψει στα πριν από την κρίση επίπεδα;

Εκείνο που επιδιώκουν, στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς, είναι να διαμορφώσουν έναν κλοιό τρόμου και φόβου, με στόχο τα σκληρά αντιλαϊκά μέτρα να φανούν ως αναπόφευκτα και αναγκαία.

Το δεύτερο που γίνεται αυτή τη στιγμή, είναι ότι ασκείται πίεση στην κυβέρνηση, ν’ ανοίξει από την αρχή σκληρά κοινωνικά θέματα όπως εργασιακό, ασφαλιστικό. Στήνεται σκηνικό πίεσης και προς την κοινωνία όχι στην κατεύθυνση της πολιτικής, αυτή είναι δεδομένη, αλλά στην αποδοχή μιας στρατηγικής soc.

Τα  στοιχεία του σκηνικού:

Η ατζέντα: Απομονώνουν το υπαρκτό πρόβλημα του δημόσιου ελλείμματος και υποβαθμίζουν άλλα προβλήματα που συνδέονται μ’ αυτό. Το έλλειμμα στην απασχόληση ή το παραγωγικό έλλειμμα που έχουμε.

Ο χρόνος και η διάρκεια της προσαρμογής: Η μείωση του ελλείμματος π.χ. μπορεί να αρχίσει αφού η οικονομία ανακάμψει; Όχι λένε. Να γίνει τώρα.

Μια κινδυνολογία για τα κεφάλαια: Δε μπορούμε λένε να πάρουμε μέτρα για τη φοροδιαφυγή του μεγάλου κεφαλαίου, γιατί θα φύγει από τη χώρα.

Άρα, με αυτά προσπαθούν να δημιουργήσουν έναν κλοιό, ότι τίποτε άλλο δε μπορεί να γίνει, από το να περικοπούν οι συντάξεις, να αυξηθούν τα όρια ηλικίας, να καθηλωθούν οι μισθοί, να μη γίνουν διάφορα κοινωνικά και αναπτυξιακά προγράμματα για τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Πώς πρέπει να αντιδράσουμε σ’ αυτό το κλίμα που τείνει να διαμορφωθεί;

Το πρώτο είναι η διάσταση του χρόνου. Πρέπει να βοηθήσουμε τον κόσμο να καταλάβει ότι η κρίση δεν είναι στιγμιαίο γεγονός, είναι μπροστά μας. Επομένως, δε μπορεί να αντιμετωπιστεί με έκτακτα μέτρα σαν αυτά που πήρε η κυβέρνηση ή σαν άλλα που μπορεί να ετοιμαστούν. Να απαιτήσουμε δίκαιες και διαρθρωτικές λύσεις μακράς πνοής.

Το δεύτερο είναι να κατανοηθεί ότι η κρίση είναι διεθνής. Η μάχη για την κατανομή του κόστους της είναι παγκόσμια. Έχουμε νομισματικό και εμπορικό πόλεμο και ο ένας προσπαθεί να επωφεληθεί σε βάρος του άλλου.

Όταν οι Αμερικανοί υποτιμούν το δολάριο και άρα ανατιμάται το ευρώ, γίνεται μεταφορά του κόστους της κρίσης, αυξάνει η ανεργία κ.ο.κ. Ενώ εμείς ως χώρα, έχουμε ξεχάσει να διαπραγματευόμαστε. Πώς είναι δυνατόν η ΕκΤ να δανείζει τις εμπορικές τράπεζες με επιτόκιο 1%, οι τράπεζες να δανείζουν το δημόσιο με 4% ή 5%, να κερδοσκοπούν και να μην τίθεται καν ο στόχος προς διαπραγμάτευση από την κυβέρνηση το να δανείζει κατευθείαν η ΕκΤ το ελληνικό δημόσιο με το χαμηλό επιτόκιο;

Το τρίτο είναι ο πόλεμος της ατζέντας. Πριν τις εκλογές κάναμε κάτι και δεχτήκαμε, ως επιτροπή πολιτικού σχεδιασμού, θετικά σχόλια. Είπαμε ότι κρίση σημαίνει κρίση της απασχόλησης. Έχει πολύ μεγάλη σημασία ως αριστερά να δώσουμε τη μάχη της ατζέντας. Να κατανοηθεί από τον κόσμο ότι αν π.χ. αντιμετωπιστεί το δημοσιονομικό πρόβλημα με έναν τρόπο που αυξάνει την ανεργία δε λύνεται το πρόβλημα, αντίθετα πολλαπλασιάζεται.

Και τέταρτο, να δώσουμε τη δική μας πρόταση για τις συνέπειες της κρίσης και τη διέξοδο απ’ αυτήν. Έχουμε και στο ΣΥΝ και στο ΣΥΡΙΖΑ ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που πρέπει να εμπλουτίζουμε και εξειδικεύουμε.

Μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν δύο δρόμοι διεξόδου από την κρίση. Ο ένας είναι ο δρόμος του κεφαλαίου και ο άλλος είναι ο δρόμος της εργασίας. Κρίση, σε τελευταία ανάλυση, σημαίνει κρίση των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Κρίση συμβαίνει διότι το κεφάλαιο δε μπορεί να αποσπάσει μεγαλύτερο κέρδος, διότι δε μπορεί να απασχοληθεί η διαθέσιμη εργασία. Κρίση, σημαίνει μια νέα διευθέτηση στις σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, μέσω  μιας διαδικασίας καταστροφών, συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων.

Με ποιο τρόπο υλοποιείται ο δρόμος του κεφαλαίου σήμερα;

Τυπώνουν και δίνουν στις τράπεζες τζάμπα χρήμα για να υπάρξει ρευστότητα και να αποτραπεί το βάθεμα της κρίσης. Οι τράπεζες όμως παίρνουν τη ρευστότητα και την παίζουν στα χρηματιστήρια ή παίρνουν κρατικά ομόλογα. Οι ελληνικές τράπεζες, έχουν πάρει 50 δις€ από την ΕκΤ και δεν υπάρχει ρευστότητα στην αγορά, δε χρηματοδοτούνται επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Δεύτερο, επιδιώκοντας την άνοδο των χρηματιστηρίων, προσδοκούν μέσα απ’ αυτά οι τράπεζες να κάνουν αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους θέση για να μπορούν να δανείζονται και να δανείζουν ξανά. Να επιστρέψουμε στην προ κρίσης κατάσταση που μας οδήγησε σ’ αυτήν. Να ξαναμπούμε σε μια διαδικασία δανεισμού, για να κινηθεί η οικονομία. Πού οδηγεί αυτό;

Πολλοί συζητούν ότι αυτή η μορφή εξόδου από την κρίση οδηγεί ήδη τώρα στη δημιουργία νέας φούσκας και δεν αποκλείουν, μετά από λίγα χρόνια, να έχουμε ξανά κατάρρευση χρηματιστηρίων, τραπεζών κλπ.

Δεύτερον, ακόμη κι αν αυτό δε συμβεί, το πιο πιθανόν είναι να έχουμε μια περίοδο με πολύ χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλή ανεργία.

Και η τρίτη εκδοχή, και η πιο πιθανή κατά την άποψή μου, είναι να έχουμε μια «άνεργη ανάκαμψη», δηλαδή να έχουμε μια ανάκαμψη με αύξηση της ανεργίας, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν.

Ένας εναλλακτικός δρόμος εξόδου από την κρίση με άξονα την εργασία περνάει μέσα από την ανάκαμψη της απασχόλησης και την αναβάθμιση γενικότερα της εργασίας. Γιατί η αύξηση της ανεργία επιδεινώνει και  άλλα προβλήματα; μειώνει τη ζήτηση, τα δημόσια έσοδα, «τινάζει» στον αέρα το ασφαλιστικό σύστημα. Γι’ αυτό εμείς προτάσσουμε ως πρώτη γραμμή άμυνας και διεξόδου, την αναβάθμιση της εργασίας, την κατάργηση των επισφαλών μορφών απασχόλησης, τη δημιουργία 100.000 θέσεων εργασίας το χρόνο.

Ο πρώτος, στόχος είναι αμυντικός, να αποφύγουμε το βάθεμα της ύφεσης και την κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος και ο δεύτερος είναι μέσα απ’ αυτό να δημιουργήσουμε νέα απασχόληση, νέα προστιθέμενη αξία. Για μας έξοδος από την κρίση είναι να παραχθεί νέο εισόδημα, αλλά και για να γίνει αναδιανομή του υπάρχοντος.

Ο δεύτερος άξονας είναι οι ανάγκες. Η αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης και η διέξοδος από αυτήν στηρίζονται σε πολιτικές που ικανοποιούν ανάγκες, ατομικές και συλλογικές.

Για ποια «έξοδο από την κρίση» μιλάμε όταν ο κόσμος ζει στην ανέχεια, δεν έχει λεφτά να ζήσει με αξιοπρέπεια ή δεν έχει νοσοκομείο να ικανοποιήσει την ανάγκη για περίθαλψη; Χρειάζεται μια οικονομία που λειτουργεί με κριτήριο όχι τη μεγιστοποίηση του κέρδους αλλά τη μεγιστοποίηση της κοινωνικής ωφέλειας.

Ας δούμε πώς αυτή η γενική ιδέα βρίσκει εφαρμογή στο θέμα της απασχόλησης. Είπαμε ότι είναι ανάγκη να δημιουργηθούν 100.000 θέσεις εργασίας το χρόνο. Ορισμένοι έχουν  καταλάβει ότι ζητούμε να γίνουν 100.000 διορισμοί. Δεν είναι σωστό. Πού μπορούν να βρεθούν αυτές οι θέσεις εργασίας;

Πρώτον, κάλυψη ελλειμμάτων στο κοινωνικό κράτος: νοσοκομεία, σχολεία και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς που δε λειτουργούν. Η κάλυψη τέτοιων κενών δημιουργεί απασχόληση, αλλά επιτρέπει και την ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών.

Δεύτερον, νέες δημόσιες πολιτικές. Οι τράπεζες δεν μπορεί να είναι το υποκατάστατο του κοινωνικού κράτους, για να ικανοποιήσει ο κόσμος τις ανάγκες του για στέγη,  περίθαλψη, σπουδές κλπ.

Έξοδος, από την κρίση σημαίνει τη θέση των τραπεζών να την πάρουν νέες δημόσιες πολιτικές. Να υπάρξει μια ειδική τράπεζα, η οποία παίρνοντας τα λεφτά από τον ΟΕΚ, που είναι λεφτά των εργαζομένων, να ασκήσει δημόσια πολιτική παροχής κοινωνικής κατοικίας.

Τρίτον, αναδιαρθρώσεις. Δε μπορούμε να στηρίξουμε την ανάπτυξη της οικονομίας μόνο στην οικοδομή και μάλιστα όχι για κάλυψη αναγκών αλλά για επενδύσεις και πώληση σε ξένους. Εδώ στον κλάδο των οικοδόμων και των μηχανικών θα έχουμε μια ανεργία δομική. Τι μπορεί να γίνει; Να φτιάξουμε ένα πρόγραμμα, ώστε μέρος του κόσμου που απασχολούνταν στην οικοδομή, να βρει δουλειά σε έργα προστασίας και αναβάθμισης του περιβάλλοντος, εξοικονόμησης ενέργειας κλπ. Εμείς λέμε ότι αυτό είναι εφικτό. Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει και άλλες αναδιαρθρώσεις.

Τέταρτο, νέοι κλάδοι, νέοι τομείς απασχόλησης. Η Ελλάδα έχει παραγωγικό πρόβλημα. Να συζητήσουμε για νέους κλάδους ή τομείς σε σχέση και με την κλιματική αλλαγή, τις νέες τεχνολογίες, αλλά και γενικότερα και να επιδιώξουμε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας.

Μέσα από την οικονομία των αναγκών, με τις κατάλληλες επιλογές, μπορούμε να συνδυάσουμε υπαρκτές ανάγκες της κοινωνίας με προβλήματα της κοινωνίας όπως η ανεργία κλπ και να βρούμε λύσεις, οι οποίες να συμβάλουν και στη λύση του συγκεκριμένου προβλήματος, αλλά και στην ανάκαμψη και στην έξοδο από την κρίση.

Χρειάζεται βεβαίως κοινωνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με πρώτο βήμα, για δημόσιο πυλώνα, την Εθνική Τράπεζα., για τη χρηματοδότηση αυτών των προτεραιοτήτων.

Δύο λόγια για το ασφαλιστικό σύστημα. Πιστεύω, ότι η τριμερής χρηματοδότηση δεν αρκεί πια.Το ασφαλιστικό σύστημα θα έχει τεράστια προβλήματα, ακόμα κι αν λύσουμε τα ζητήματα των εισφορών, της ανασφάλιστης εργασίας κλπ. Σκέφτομαι, λοιπόν,  να πούμε τη θέση, σε κάθε εταιρεία που δημιουργείται στην Ελλάδα, το 5% του μετοχικού της κεφαλαίου να ανήκει στην κοινωνική ασφάλιση και μαζί με την τριμερή  χρηματοδότηση,  να έχουμε κι αυτό το «κοινωνικό απόθεμα» ως μια τέταρτη πηγή.

Να τελειώσω με κάποιες σκέψεις για την αριστερά απέναντι σ’ αυτή την κρίση. Γιατί η Αριστερά πρέπει να προσεγγίσει την κρίση αυτή με όρους μιας ιστορικής εποχής, με απροσδιόριστη διάρκεια και με τη φιλοδοξία να σφραγίσουν το τέλος της κρίσης οι δικοί μας πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες.

Να κάνουμε επιλογές, όχι να παρακολουθούμε τις εξελίξεις, όπως χρόνια κάνει το ΚΚΕ. Όχι μόνο να υπερασπιστούμε ό,τι θετικό του παρελθόντος, αλλά  να αξιοποιήσουμε ό,τι θετικό κυοφορεί το μέλλον.

Να κατακτήσουμε μια νέα κουλτούρα. Δε δημιουργήσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ για να γίνουμε απλώς πιο ισχυροί, αλλά για να γίνουμε διαφορετικοί, στη βάση μιας συμφωνίας, ότι ουδείς είναι δικαιωμένος από την Αριστερά. Όλοι σεβόμαστε τους αγώνες όλων, αλλά αν υπήρχε κάποια γραμμή που είχε δικαιωθεί, θα την εφαρμόζαμε. Μαζευόμαστε για να βρούμε τη νέα γραμμή.

Εδώ και μερικούς μήνες ακούω συζητήσεις που παραβιάζουν αυτή την αρχή. Στο ΣΥΡΙΖΑ δε μαζευτήκαμε για να κάνει ο ένας μάθημα στον άλλον. Μαζευτήκαμε για να εργαστούμε από κοινού για την αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων του αριστερού κινήματος όπως διαμορφώθηκε ως τώρα, για να μπορέσουμε ακριβώς να προχωρήσουμε παραπέρα, σεβόμενοι ο ένας την άποψη του άλλου.

Επιμέλεια : Η.Χ.

 

του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Οι μεγάλες οικονομικές και πολιτικές εφημερίδες των Η.Π.Α. και τις Βρετανίας ανακοινώνουν τον τελευταίο καιρό το τέλος της οικονομικής κρίσης, αναδεικνύουν σημάδια ανάκαμψης, μοιράζουν επαίνους για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης. Έτσι ακριβώς έγινε και το 1930, όπου λίγοι τότε είχαν τη συνείδηση ότι αυτό που πέρασαν θα άλλαζε τα πάντα στις επόμενες δεκαετίες. Τι μας διασφαλίζει μια καλύτερη εξέλιξη αυτή τη φορά;

Αυτή τη στιγμή στις πιο πολλές οικονομίες έχουμε είτε την ανακοπή της κατρακύλας της προηγούμενης περιόδου είτε τα πρώτα σημάδια επιστροφής σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Αλλά στην ουσία οι μεγάλες οικονομίες αυτή τη στιγμή είναι στην εντατική και λειτουργούν με τεχνική υποστήριξη. Οι επεκτατικές νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές έχουν μέχρι στιγμής καταφέρει να αποτρέψουν τα χειρότερα. Βέβαια δεν έχουν πάει όλα εντός σχεδίου. Για παράδειγμα, οι επεκτατικές νομισματικές πολιτικές δεν εξασφαλίζουν ότι δανειακά κεφάλαια φτάνουν στην πραγματική οικονομία. Αντιθέτως υπάρχουν ενδείξεις ότι πάλι χρηματοδοτούνται αγορές ακινήτων (και άλλων περιουσιακών στοιχείων) και κερδοσκοπικές δραστηριότητες. Ούτε η χαλαρότητα στη δημοσιονομική πολιτική αξιοποιήθηκε για να στρέψει τις οικονομίες σε παραγωγικές και πράσινες επενδύσεις.

Αλλά δεν είναι αυτό το κυρίαρχο. Το ζήτημα, που δεν ξέρει κανείς ακόμα την απάντηση, είναι πώς θα αντιδράσουν οι οικονομίες, όταν βγουν από την τεχνική υποστήριξη. Πιέσεις για δημοσιονομικές διορθώσεις δεν βλέπουμε μόνο στη χώρα μας, αλλά παντού. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι και τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις είναι υπερχρεωμένες και προσπαθούν να μειώσουν το χρέος τους. Αν τα κράτη, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά προσπαθούν συγχρόνως να περιορίσουν τις δαπάνες τους, τότε τα προβλήματα ζήτησης θα συνεχιστούν και θα αντιμετωπίσουμε πολλά χρόνια στασιμότητας. Κάπως έτσι βάλτωσε η οικονομία της Ιαπωνίας για πάνω από μια δεκαετία μετά από το 1990.

Αν πάμε πιο βαθιά, θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε τουλάχιστον τρία δομικά προβλήματα που δεν έχουν επιλυθεί και θα έπρεπε να εντείνουν την ανησυχία μας για το μέλλον. Το πρώτο πρόβλημα έχει να κάνει με την ύπαρξη σημαντικών ανισορροπιών στην παγκόσμια οικονομία. Τα τελευταία χρόνια οι καταναλωτές των Η.Π.Α. αποτέλεσαν την ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομίας. Αγόραζαν τα φτηνά ασιατικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι εξαγωγές των ΗΠΑ να είναι πολύ λιγότερες από τις εξαγωγές. Το έλλειμμα αυτό το χρηματοδοτούσαν οι πλεονασματικές ασιατικές οικονομίες, που επένδυαν τα πλεονάσματά τους στη Wall Street. Αυτό οδηγούσε σε άφθονο κεφάλαιο και χαμηλά επιτόκια στις Η.Π.Α., τροφοδοτώντας έτσι τις διάφορες φούσκες στις αγορές ακινήτων και στο χρηματιστήριο. Και βέβαια, όσο ανέβαιναν οι τιμές, τόσο ενισχυόταν η κατανάλωση, μια και οι καταναλωτές έπαιρναν κι άλλα δάνεια με βάση τα ανατιμημένα περιουσιακά τους στοιχεία. Το δομικό πρόβλημα είναι ότι δεν μπορεί να έχεις για πάντα μια χώρα (ή περιοχή) συνεχώς ελλειμματική και μια άλλη συνεχώς πλεονασματική. Αργά ή γρήγορα θα υπάρχει σοβαρότατο πρόβλημα όπως και είδαμε. Και είναι ένα δομικό πρόβλημα που δεν έχει αντιμετωπιστεί από τους G20. Αντιθέτως οι πρώτες ενδείξεις είναι ότι οι ανισορροπίες αυτές πάλι εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο.

Το δεύτερο πρόβλημα έχει να κάνει με τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες, που κρύβονται πίσω από τις ανισορροπίες που μόλις αναλύσαμε. Οι εξαγωγικές επιδόσεις της Κίνας βασίζονται στη υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων εκεί. Στις Η.Π.Α. τα χρέη των νοικοκυριών συσσωρεύτηκαν για τον απλούστατο λόγο ότι οι μισθοί  και το κοινωνικό κράτος δεν αρκούσαν για να συντηρήσουν ένα ικανοποιητικό επίπεδο επιβίωσης. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα πήρε τη θέση του κοινωνικού κράτους. Τώρα ξέρουμε ότι αυτό δεν αποτελεί ούτε δίκαιη, ούτε βιώσιμη λύση. Με λίγα λόγια δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με μια χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά μια κρίση ολόκληρου του κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου.

Το τρίτο δομικό πρόβλημα έχει να κάνει με την εγγενή αστάθεια αυτού του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τα μέτρα για τα μπόνους των μάνατζερ των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και για τις τράπεζες –να κρατούν περισσότερα κεφάλαια για να αντιμετωπίσουν μελλοντικές κρίσεις– δεν αγγίζουν τον πυρήνα του προβλήματος. Ο ανταγωνισμός σπρώχνει τις τράπεζες σε καινοτομίες που, υποτίθεται, θα μπορέσουν να μειώσουν το ρίσκο –ή να το διανείμουν καλύτερα σε αυτούς που μπορούν να το αναλάβουν. Αλλά οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες έχουν μεγάλο ρίσκο εκ φύσεως και αυτές οι καινοτομίες μόνο οριακά μπορούν να αλλάξουν αυτό το γεγονός. Έτσι αυτό που γίνεται είναι ότι ο ίδιος ο ανταγωνισμός σπρώχνει τις τράπεζες να αναλαμβάνουν περισσότερο ρίσκο καθώς, αργά η γρήγορα, η προηγούμενη κρίση ξεχνιέται. Και πάλι οι G20 αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα σε βάθος. Η επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση ήδη ετοιμάζεται.

Η αδυναμία να αντιμετωπιστούν κάπως αυτά τα τρία δομικά προβλήματα σημαίνει ότι ένα χρόνο μετά από την κρίση δεν μπορούμε να διακρίνουμε το οικονομικό μοντέλο που θα υπερισχύσει την επόμενη περίοδο. Για την αριστερά ανοίγει μεγάλο πεδίο παρέμβασης σε αυτές τις συνθήκες. Η εξάρτηση τόσων πολλών τραπεζών και επιχειρήσεων από τη στήριξη του κράτους ξαναβάζει το θέμα της κοινής ιδιοκτησίας στην ημερήσια ατζέντα. Γιατί ένα σύστημα, όπου ιδιώτες τσεπώνουν τα κέρδη από το ρίσκο που παίρνουν και όπου οι υπόλοιποι τους αποζημιώνουμε, όταν αυτό το ρίσκο δεν τους βγει, δεν λέγεται ούτε καν καπιταλισμός. Συγχρόνως βλέπουμε μια αδυναμία της κρατικής παρέμβασης να κατευθύνει πόρους εκεί που πραγματικά χρειάζονται, στην πραγματική οικονομία, σε κοινωνικές και πράσινες επενδύσεις. Η εθνικοποίηση των τραπεζών από μόνη της δεν αλλάζει αυτή την κατάσταση. Είναι καιρός για μια αριστερή παρέμβαση σε πολλά μέτωπα, και είμαι σίγουρος ότι ο Γιάννης Δραγασάκης θα αναλύσει πολλά από αυτά. Αλλά νομίζω ότι ένα από αυτά οφείλει να είναι η κοινωνικοποίηση της αγοράς μέσα από χρηματοπιστωτικούς θεσμούς που θα εξυπηρετούν τις ανάγκες των πολλών και θα λογοδοτούν σε συλλογικότητες, σε τοπικές κοινωνίες και σε συνδικάτα. Για κάποιες πρώτες ιδέες για ένα τέτοιο σχέδιο ελπίζω να επανέλθω σε ένα επόμενο άρθρο.

Το βασικό είναι ότι μετά από πολλές γενιές αντιμετωπίζουμε ένα σύστημα που δεν έχει λύσεις και μια αριστερά που μπορεί να διεκδικεί τις λύσεις αυτές, που θα πιέζουν στα όρια του καπιταλισμού και, σε κάθε περίπτωση, θα αναδεικνύουν διαφορετικές κατευθύνσεις.

(Εκτεταμένη περίληψη της εισήγησης του Γιάννη Μηλιού στην εκδήλωση του Φόρουμ Πρέβεζας «Ένας χρόνος οικονομική κρίση – οι προκλήσεις για την Αριστερά»)



Κατ’ αρχήν να ευχαριστήσω για την πρόσκληση που ήταν και μια ευκαιρία για μια πιο κοντινή γνωριμία με τους ανθρώπους της εφημερίδας “Φόρουμ της Πρέβεζας” .

Πότε έχουμε κρίση του καπιταλισμού; Κρίση έχουμε όταν μειώνονται τα κέρδη . Οτιδήποτε παράγεται στον καπιταλισμό παράγεται για την ανταλλαγή και το κέρδος. Όταν  μειώνεται ή δεν επιτυγχάνεται  κέρδος έχουμε κρίση .

Αυτό ο Μάρξ το περιέγραψε ως υπερσυσσώρευση κεφαλαίου  και οι κλασσικοί οικονομολόγοι ως κρίση υπερπαραγωγής .

Τι σημαίνει υπερπαραγωγή; Σημαίνει ότι έχουν παραχθεί τόσα πολλά αγαθά που έχουν καλυφθεί οι ανάγκες των ανθρώπων. Συμβαίνει αυτό σήμερα ιδιαίτερα στον τρίτο κόσμο ; προφανώς όχι. Υπάρχουν ακάλυπτες ανάγκες, αλλά δεν μπορούν να καλυφθούν λόγω χαμηλής αγοραστικής δύναμης .Αν τα αγαθά πουληθούν φθηνότερα ή διατεθούν δωρεάν δεν θα υπάρχουν κέρδη. Έτσι μένουν απούλητα. Οι καπιταλιστές για να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο αυτό προωθούν τις λεγόμενες αναδιαρθρώσεις, συγχωνεύσεις, μείωση της παραγωγής, εισαγωγή νέων τεχνολογιών κλπ. Για να λειτουργήσει το σύστημα από την αρχή. Επομένως η λογική του συστήματος δεν ξεκινάει με τα πόδια κάτω και το κεφάλι επάνω αλλά ανάποδα. Μπορούν να ικανοποιηθούν οι ανάγκες μόνο εάν εξασφαλίζεται η υψηλή κερδοφορία.

Αυτό που ο Μάρξ, περιληπτικά,  περιέγραφε σαν καπιταλισμό, ότι είναι δηλαδή το χρήμα που λειτουργεί σαν κεφάλαιο και θέλει να γίνει περισσότερο. Είναι το χρήμα ως αυτοσκοπός. Γι’ αυτό ο επιχειρηματίας αναζητεί πάντα τον κλάδο που φέρνει την μεγαλύτερη κερδοφορία. Δεν εξυπηρετεί ανάγκες. Το σύστημα τα τελευταία χρόνια, μετά και την ήττα του εργατικού κινήματος, είχε πάρει μια τροπή που έθετε  με ακόμη πιο απροκάλυπτο τρόπο τα κέρδη στο κέντρο της προσοχής του. Δηλαδή δημιουργήθηκε μια κατάσταση που ονομάζουμε νεοφιλελευθερισμό. Στα καλά χρόνια, 96-97 έως 2007 το ΑΕΠ της Ελλάδας σε σταθερές τιμές αυξήθηκε κατά 45%. Είδαν οι εργαζόμενοι καμιά βελτίωση του μισθού τους , του οικογενειακού τους εισοδήματος; Κατά κανένα τρόπο. Έμειναν σταθερά, καθηλωμένα. Γιατί; Γιατί όλο αυτό το καρπωνόταν το κεφάλαιο. Για να αυξηθεί η αγοραστική δύναμη και να μπορέσει να λειτουργήσει το σύστημα πετυχαίνοντας μεγαλύτερα κέρδη ανέθεσε ιδιαίτερο ρόλο στην χρηματοπιστωτική σφαίρα. Για να λειτουργήσει στην κατεύθυνση αυτή το χρηματοπιστωτικό σύστημα απαιτεί την ύπαρξη ασφαλιστικών μέσων και μηχανισμών.

Ένα δάνειο περιέχει δύο όψεις. Η μία είναι ότι δίνεις κάποια χρήματα σε κάποιον η δεύτερη είναι πως ασφαλίζεσαι απέναντι σε μη αποπληρωμή του δανείου.  Σε ένα απελευθερωμένο σύστημα η ασφάλεια γινόταν με την κατασκευή παραγώγων. Τίτλοι πάνω σε τίτλους, ενοποίηση τους κλπ. Αυτά γινόταν προϊόντα που πουλιόντουσαν παραπέρα κλπ. Τι συνέβη με αυτό τον τρόπο; Στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες δημιουργήθηκε ένας χάρτης όπου αυτά τα χαρτιά διαπλέκονταν μεταξύ τους και ήταν για όλο το σύστημα ο δείκτης απόδοσης του. Δηλαδή ένας μηχανισμός που τιμωρούσε αυτόν που δεν τα πήγαινε καλά και επιβράβευε αυτό που τα πήγαινε καλά.

Για παράδειγμα σήμερα κάποιοι οργανισμοί που εκτιμούν την πιστοληπτική ισχύ των χωρών κατατάσσουν σε άλλη κατηγορία την Γερμανία και σε άλλη κατηγορία την Ελλάδα.  Αυτό σημαίνει ότι οι οργανισμοί που δίνουν δάνεια ζητάνε από την Ελλάδα για να τη δανείσουν ένα επιτόκιο 5.5% ενώ από τη Γερμανία 2-2,5%. Αυτό συμβαίνει και με τις επιχειρήσεις και με άλλους δανειολήπτες. Πότε μια χώρα είναι για το σύστημα αυτό αξιόπιστη; Όταν ακολουθεί τις πολιτικές αύξησης των εσόδων με τις μεθόδους του νεοφιλελευθερισμού. Δηλαδή εις βάρος της εργασίας.

Είχε φτιαχτεί έτσι ένα ολόκληρο σύστημα όπου το ένα κομμάτι έλεγχε και στήριζε το άλλο και εδώ το χρηματοπιστωτικό σύστημα ήταν πάρα πολύ σημαντικό. Δεν χρειαζόταν αξιολόγηση των περιουσιακών στοιχείων αρκούσε η χρηματιστηριακή τιμή. Η τιμή αυτή μαζί με την δανειοληπτική ικανότητα αυξάνανε την πίεση που μεταφερόταν την εργασία. Λειτούργησε έτσι το χρηματοπιστωτικό σύστημα σαν ένας μηχανισμός γενίκευσης, εμπέδωσης και σταθεροποίησης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Λειτούργησε συγχρόνως σαν υποκατάστατο κοινωνικής πολιτικής. Διότι η αύξηση της κατανάλωσης στηρίχθηκε στον δανεισμό. Παράδειγμα τα περίφημα σπίτια στην Αμερική. Το ίδιο το σπίτι με την αύξηση της τιμής του μπορούσε να χρηματοδοτήσει το δάνειο αλλά και την εκπαίδευση των παιδιών κλπ. Αυτό λειτούργησε για 10 χρόνια. Από την στιγμή που δεν μπορούσε να συνεχίζεται αυτή η πορεία αρχίζουν τα νοικοκυριά να μη μπορούν να πληρώσουν το δάνειο, η κρίση αυτή μεταφέρεται στους τίτλους και έχουμε έτσι την χιονοστιβάδα που παρακολουθήσαμε το 2007-08

Συνοπτικά λοιπόν η σημερινή κρίση ήρθε ξαφνικά επειδή ακριβώς ξεκίνησε από την χρηματοπιστωτική σφαίρα, αλλά λόγω του κυρίαρχου ρόλου της, ξαπλώθηκε ταχύτατα και πλήττει και τους άλλους κλάδους της οικονομίας. Επομένως δεν μπορούμε να αφεθούμε στους νεοφιλελεύθερους να μας πούνε τι θα γίνει γιατί αυτό που θα μας πούνε είναι υπομονή μέχρι το υπάρχον να αναπαλαιωθεί και να μπορέσει να λειτουργήσει. Θα πρέπει να βάλουμε διαφορετικές οπτικές και προοπτικές στα ζητήματα. Η ιδέα της λογικής των αναγκών της κοινωνίας συνοδευόμενη από πρακτικές διαφάνειας και κοινωνικού ελέγχου θα πρέπει να μπαίνει σαν βάση της σκέψης μας και των παρεμβάσεων μας μαζί με το ζήτημα των μορφών ιδιοκτησίας σε ένα πρόγραμμα υπέρβασης του καπιταλισμού.

(Απομαγνητοφώνηση ΔιΠ – Επιμέλεια  Μ.Ν)

Με πρωτοβουλία της Συντονιστικής Επιτροπής Λευκάδας του ΣΥΡΙΖΑ έγινε την Παρασκευή 13 Νοέμβρη στο Δημαρχείο η παρουσίαση του βιβλίου του Τ. Τρίκκα:  “ΕΔΑ: 1951-1967. Το νέο Πρόσωπο της Αριστεράς”.
Η προσέλευση ήταν μεγάλη και αντιπροσωπευτική όλων των ηλικιών. Με μεγάλο ενδιαφέρον παρακολούθησαν την εκδήλωση νεολαίοι αλλά και πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου. Εισηγητικά ο Συντονιστής του ΣΥΡΙΖΑ Λευκάδας Χρ. Παπαδόπουλος αναφέρθηκε στη δράση της Ε.Δ.Α στη Λευκάδα και στην ουσιαστική της παρέμβαση που είχε ως αποτέλεσμα μεγάλη κοινωνική-πολιτική επιρροή και πολύ υψηλά εκλογικά ποσοστά, που εξασφάλισαν πολλούς εκλεγμένους στην Αυτοδιοίκηση αλλά και βουλευτική έδρα με το γιατρό Ξενοφώντα Γρηγόρη.
Ο καθηγητής στο Πανεπ/μιο Πειραιά Θανάσης Καλαφάτης, έδωσε, τη δυνατότητα στο ακροατήριο να “ακουμπήσει” το δίτομο έργο:
“Το βιβλίο του Τάσου Τρίκκα αποτελεί μια τεράστια τοιχογραφία της εξέλιξης του εργατικού αριστερού κινήματος στη χώρα μας, από τη μετεμφυλιακή περίοδο μέχρι την επιβολή του χουντικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, και κατ’ επέκταση, σ’ ένα ορισμένο βαθμό, της κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας της ίδιας περιόδου.Το βιβλίο του Τάσου Τρίκκα, αποτελεί την πληρέστερη ιστορική σύνθεση, απ’ έναν ενεργό διαμορφωτή του μεγάλου αυτού εργατικού αριστερού κινήματος.Ο συγγραφέας αναλύει συστηματικά τους εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες που καθόρισαν τα κρίσιμα σημεία μέσα από τα οποία πέρασε η ιστορία του κόμματος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς.
Η όλη ανάλυση του βιβλίου, φαίνεται να σκοπεύει στο καίριο ερώτημα, του ποιος ήταν ο χαρακτήρας της ΕΔΑ. Βασικά ζητήματα που έχουν απασχολήσει τους πολιτικούς αναλυτές και τους ιστορικούς είναι το πώς και γιατί δημιουργήθηκε η ΕΔΑ, οι σχέσεις και οι αντιθέσεις της με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και το διεθνές Κομμουνιστικό Κέντρο, η πολιτική των συμμαχιών της με το Κέντρο, το πρόγραμμα, ο ιδεολογικός και πολιτικός προσανατολισμός της, η κάμψη από τις αρχές της δεκαετίας του ‘60 και τελικά ο χαρακτήρας της. Τα ερωτήματα αυτά έχουν γίνει αντικείμενο ενδελεχούς δημόσιου, πολιτικού και επιστημονικού διαλόγου και μεγάλο ήταν το ενδιαφέρον της κριτικής της εποχής ιδιαιτέρα για το πρόγραμμά της, την Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή, τη θεωρία των σταδίων και τη σύνδεση των ενδιάμεσων με τους απώτερους στόχους της. Καταλήγει ότι η ΕΔΑ είναι ένα αριστερό κόμμα με νέου τύπου χαρακτηριστικά, που έχει αφήσει πίσω του τα στοιχεία του τριτοδιεθνιστικού και του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Αυτά τα νέα στοιχεία αποκτήθηκαν με τη ζύμωση και τη σύνδεση αυτού του κόμματος με τη νέα ελληνική κοινωνική πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε ύστερα από το τέλος του εμφυλίου πολέμου, και απορρέουν από την ύφανση και το είδος της ανασυγκρότησης και της ανάπτυξης του νέου εαμικού κινήματος που επιχειρείται στις καινούργιες συνθήκες. Η σύζευξη της πολιτικής και κοινωνικής πάλης στο φως της αξιοποίησης των επιτευγμάτων της επιστήμης και του πολιτισμού, δίνουν την καινούργια μορφή του. Αυτή η ανάπτυξη θα κορυφωθεί με τις εκλογές του 1958 αλλά η δυναμική του νέου κόμματος θα εκφραστεί ιδιαίτερα την περίοδο 1959-1963, όταν θα επηρεάσει σημαντικά τις κοινωνικές εξελίξεις και κατ’ επέκταση τις πολιτικές. Είναι η στιγμή που το νέο κόμμα θα γίνει ο εκφραστής της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα μικρά και μεσαία στρώματα και τους φτωχούς αγρότες, με αιχμή του δόρατος το κίνημα της νεολαίας.Το βιβλίο, από μια ευρύτερη άποψη, αφορά ιδιαίτερα τους νέους που έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν την ιστορία του τόπου τους.”
Στη συνέχεια το μέλος της Συντονιστικής του ΣΥΡΙΖΑ Μάρκος Νικητάκης διάβασε επιστολή του συγγραφέα Τάσσου Τρίκκα.
(επιμέλεια ΔιΠ)

Θερμό  είχε προβλεφτεί το φθινόπωρο για τον ΣΥΡΙΖΑ και την προοπτική του. Ήδη πρωτοσέλιδος τίτλος της Αυγής της Τρίτης 21 Ιούλη προανήγγειλε “Οκτωβριανή ανασυγκρότηση”.

Ήρθαν εν τω μεταξύ οι εκλογές και η διαμόρφωση του νέου πολιτικού χάρτη της χώρας που σημαδεύτηκε κύρια από την κατάρρευση της Ν.Δ. και την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση. Και όντως οι προβλέψεις που αφορούσαν στον ΣΥΡΙΖΑ δεν έπεσαν έξω. Όσο πάει το κλίμα θερμαίνεται ακόμη περισσότερο προσεγγίζοντας την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη στα τέλη του Νοέμβρη.

Κάποιες πρώτες (μετά τις εκλογές) ανακοινώσεις της ΚΟΕ, της ΔΕΑ και άλλων συνιστωσών,   ακολούθησαν κάποιες προσεγγίσεις της ΑΚΟΑ, της Ρόζα κ.α που αφορούσαν κύρια θέματα οργάνωσης. Μετά ήρθαν οι ανακοινώσεις κάποιων συσπειρώσεων (2ο κύμα, ΠΑΣΑ κα.) που συνοδεύονταν και από κείμενα για συλλογή υπογραφών.  Ένα από τα τελευταία τέτοια κείμενα είναι το κείμενο με τίτλο «Ο ΣΥΡΙΖΑ για να ζήσει πρέπει να προχωρήσει» που υπογράφουν ανένταχτοι κύρια αλλά και ενταγμένοι, από όλο το φάσμα του ΣΥΡΙΖΑ (πλην ανανεωτικών). Οι υπογραφές τους δημοσιεύονται κατά κύματα στον τύπο του χώρου (Αυγή- Εποχή κ.α).

Στην συνέχεια το Κοκκινοπράσινο Δίκτυο του ΣΥΝ στη σύνοψη της ολομέλειάς του, στις αρχές Νοέμβρη, κάνει λόγο για “πρωτοφανέρωτη συμμαχία μεταξύ της Ανανεωτικής Πτέρυγας και τμήματος του Αριστερού Ρεύματος που, όπως λέει, αίτημα και πολιτικό διακύβευμα έχει «να μην αλλάξει τίποτα» ούτε στον Συνασπισμό ούτε στον ΣΥΡΙΖΑ.

Ακολούθησε το κείμενο-πρόταση  Μπανιά –Σαπουνά που συζητήθηκε πολύ και αποτέλεσε βάση για παραπέρα προχώρημα της προβληματικής του χώρου. Μια προβληματική που κατασταλάζει σιγά σιγά σε κοινές ή συγκλίνουσες τοποθετήσεις σαν αυτή της πλειοψηφίας των συνιστωσών  (ΑΚΟΑ, ΡΟΖΑ, ΚΟΕ, ΔΕΑ, ΚΕΔΑ, ΚΟΚΚΙΝΟ, ΞΕΚΙΝΗΜΑ, Οικοσοσιαλιστές, Ανένταχτοι κ.α.) στην πρόταση προς την Συνδιάσκεψη. Μια πρόταση που αφορά σε οργανωτικά (κατοχύρωση των μελών σε ενιαίο μητρώο μελών, λειτουργικότητα των οργανώσεων, διαφάνεια  κλπ.), οικονομικά αλλά και πολιτικά θέματα. (πχ. αριστερή πολιτική και κοινωνική αντιπολίτευση στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της κυβέρνησης). Το ΔΗΚΚΙ καταθέτει δική του άποψη.

Όσο αφορά τον ΣΥΝ με απόφαση της Κ.Π.Ε του, ουσιαστικά υιοθετεί το κείμενο του Αλέκου Φλαμπουράρη και τοποθετείται απέναντι σε κύρια θέματα που αφορούν το μέλλον του σχήματος, τόσο οργανωτικά όσο και πολιτικά. Οργανωτικά  αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα της ύπαρξης μελών, πλειοψηφιών στην λήψη αποφάσεων κλπ. προτείνει διπλό μητρώο μελών, ένα για ανένταχτους, ένα για συνιστώσες, κ.α.  Σε πολιτικό επίπεδο προτείνει αριστερή προγραμματική αντιπολίτευση. Για τα οικονομικά δεν υπάρχει πρόταση

Εισήγηση του υδρογεωλόγου του ΙΓΜΕ κ. Χάρη Σμυρνιώτη στο σεμινάριο «Οι νέοι ελέγχουν την αλλαγή του κλίματος…» που  έγινε στην Πρέβεζα το διάστημα από 4 έως 9 Νοεμβρίου

Δεν εκπροσωπώ την διοίκηση του ΙΓΜΕ. Ασχολούμαι με την έρευνα των υπόγειων νερών 35 χρόνια και η εμπειρία μου είναι κυρίως από την Δυτική Ελλάδα δηλαδή Αιτ/νία και Ήπειρο.

Το αντικείμενο της εισήγησης αφορά την διαχείριση των υδατικών πόρων. Τη διαχείριση των υδατικών πόρων που τελευταία γίνεται ολοένα και πιο επίκαιρη και αντικείμενο συζήτησης τόσο στο επίπεδο των πολιτικών όσο και στο επίπεδο της κοινωνίας. Χαίρομαι ιδιαίτερα που σήμερα είναι εδώ νέοι από πολλά σημεία της Ευρώπης και οι οποίοι θα μπορέσουν με τις ερωτήσεις και τις παρατηρήσεις τους να εμπλουτίσουν αυτή τη συζήτηση γιατί δεν έχω σκοπό να κάνω μια δομημένη εισήγηση επιστημονικού καθαρά ενδιαφέροντος.

Το νερό από τα πολύ παλιά χρόνια ήταν ο πόλος έλξης στη δημιουργία όλων των μεγάλων πολιτισμών της γης. Από την προϊστορία το νερό υπήρξε η αφορμή των μεγαλύτερων παραμυθιών, των μύθων της ανθρωπότητας. Στην αρχαία Ελλάδα οι Μινύες στην Βοιωτία, ήταν οι πρώτοι αρχαίοι κάτοικοι αυτού του τόπου που άρχισαν να ασχολούνται με έργα υδροοικονομίας παρόμοια με αυτά της Μεσοποταμίας και οι περισσότεροι μύθοι του Ηρακλή ξεκίνησαν από ανάγκες που αφορούσαν στη διαχείριση του νερού.

Οι κυριότερες φυσικοχημικές ιδιότητες του νερού που το καθιστούν αναντικατάστατο στοιχείο της ζωής είναι ότι διαλύει σχεδόν τα πάντα, έχει μεγάλη θερμοχωρητικότητα, μια μεγάλη ικανότητα απόσβεσης των αλλαγών του κλίματος, καθιστώντας το το βασικότερο στοιχείο της διατήρησης του κλίματος στον πλανήτη.

Η ποσότητα και η ποιότητα του νερού είναι ένα διαλεκτικό δίπολο, που καθορίζει όλες τις παραμέτρους που αφορούν στην ανάπτυξη και προστασία των υδατικών πόρων και που αν κάποια από αυτές ξεφύγει έχουμε τα αποτελέσματα που δυστυχώς βιώνουμε σε πολλές περιοχές της γης. Ιδιαίτερα για τις χώρες της Μεσογείου το ποσοτικό πρόβλημα είναι εξίσου αν όχι σημαντικότερο από το ποιοτικό που κατά κάποιο τρόπο σημαδεύει την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης μια και οι χώρες του Βορρά είναι εκείνες που σε μεγάλο βαθμό επιβάλλουν τις πολιτικές σήμερα στην Ε.Ε.

Σήμερα ολοένα και περισσότερο γίνεται συνείδηση ότι το θέμα της αξιοποίησης και της προστασίας των υδατικών πόρων δεν είναι κυρίως η προσθήκη νέων έργων εκμετάλλευσης Είναι κυρίως στον τομέα της ζήτησης όπου εκεί υπάρχουν μεγάλα περιθώρια τόσο από την τεχνολογία όσο και από τις πολιτικές που μπορούν να αναπτυχθούν για την αντιμετώπιση της σπατάλης του. Από το 1972 έχουν γίνει μεγάλα φόρουμ στην Ευρωπαϊκή ήπειρο όπου πάρθηκαν μεγάλες αποφάσεις για την διαχείριση των νερών. Δυστυχώς σε όλες αυτές τις συναντήσεις κυριάρχησε η αντίληψη που κυριαρχεί και σήμερα ότι δηλαδή το νερό πέρα από φυσικός πόρος είναι και εμπόρευμα. Η αντίληψη αυτή είναι που καθορίζει τις πολιτικές που ασκούνται σε διεθνές αλλά και σε εθνικό επίπεδο που θέτουν την διαχείριση σε βάση τόσο ανταγωνιστική και τόσο ακραία που συνήθως αυτά που λέμε ορθολογισμό της επιστήμης και της τεχνικής καθίστανται ανέφικτα μπροστά στην μεγιστοποίηση του κέρδους. Ειδικότερα στο Γιοχάνεσμπουργκ όπου έγινε μια μεγάλη συνδιάσκεψη που αφορούσε καθοριστικά το νερό, με παρέμβαση των ΗΠΑ αλλά και των 4 μεγάλων πολυεθνικών που δραστηριοποιούνται στον τομέα του νερού οδηγήθηκε, μέσω των πρακτικών κύρια, σε μια ακόμη πιο ακραία αντίληψη της εμπορευματοποίησης του νερού. Οι τέσσερεις ανέλαβαν να σώσουν τον πλανήτη από την λειψυδρία.

Στην Ευρώπη το 2000 είχαμε μια συμπυκνωμένη πολιτική έκφραση που αφορούσε την οδηγία 2000/60 σε σχέση με τα θέματα της διαχείρισης του νερού, οδηγία που ισχύει και στην Ελλάδα, και η οποία είχε δύο κυρίως σκέλη : το πρώτο και ουσιαστικότερο ήταν η ενοποίηση των θεσμικών και επιστημονικών όρων αντιμετώπισης των διαφόρων μετρήσιμων θεμάτων που αφορούν στο νερό, είτε είναι ποιότητα είτε είναι ποσότητα. Το κομμάτι αυτό είναι και το πιο δομημένο και με βάση αυτό καθορίζεται το τι, πώς, γιατί και πότε  μετράμε τις διάφορες παραμέτρους του νερού. Το δεύτερο σκέλος της οδηγίας που είναι το ουσιαστικό γιατί είναι και το πολιτικό κομμάτι εμπνέεται από την πολιτική της αγοράς αναδεικνύοντας ως βασικό εργαλείο χάραξης της κρατικής πολιτικής το τιμολόγιο. Η ΕΥΔΑΠ το 2004-5 σε μια περίοδο που είχαμε τα μεγαλύτερα υδατικά αποθέματα της χώρας εφάρμοσε το μεγαλύτερο τιμολόγιο γιατί η μετοχή της κατρακυλούσε και έπρεπε να δώσει ευκαιρία στους μετόχους να κερδοσκοπήσουν με το νερό της πρωτεύουσας. Αυτό δυστυχώς αντιμετωπίζεται και σε επίπεδο τοπικών κοινωνιών αν και οι περισσότερες επιχειρήσεις ύδρευσης ανήκουν στους δήμους, οι οποίοι όσοι μπορούν επιδοτούν  την τιμή του πόσιμου νερού για να είναι προσβάσιμο σε όλο τον κόσμο. Αλλά  λόγω λειτουργικών και λογιστικών ελλειμμάτων πιέζονται μέσω του κρατικού προϋπολογισμού να αυξάνουν το τιμολόγιο, Ακολουθούν έτσι έμμεσα την πολιτική των ιδιωτικών εταιριών.

Τα κυριότερα προβλήματα σε επίπεδο υδατικών πόρων είναι :

Η χώρα μας στο σύνολο της έχει επάρκεια με αποθέματα 5,5 δις κυβικά σε ετήσια βάση. Το πρόβλημα των πόρων καθορίζεται από την χωροχρονική κατανομή τους. Στις περιοχές που βρέχει, κύρια στο δυτικό κομμάτι της χώρας,  το νερό είναι άφθονο αλλά χάνεται γρήγορα στη θάλασσα χωρίς να δημιουργεί ανάλογα αποθέματα, ενώ στο ανατολικό κομμάτι της χώρας όπου οι βροχές είναι λιγότερες τα προβλήματα είναι πιο οξυμμένα φθάνοντας σε περιοχές όπου λόγω του ξηρόθερμου κλίματος  να είναι οριακά.  Και στις δύο περιπτώσεις το μοντέλο ανάπτυξης βάζει την σφραγίδα του στην κατανάλωση των υδατικών πόρων. Ένα μοντέλο σπάταλο από γεννησιμιού του. Η διαχείριση είναι μια πολιτική αλλά και μια επιστήμη. Τα προβλήματα παρακολούθησης των παραμέτρων του νερού συνοψίζονται στην ασυνεχή παρακολούθηση των χωροχρονικών  μεταβλητών των διαφόρων μεγεθών του υδρολογικού κύκλου, στην ελλιπή επεξεργασία και  δημοσίευση των αποτελεσμάτων, στην αναξιοπιστία σημαντικού μέρους των παρατηρήσεων και στην υποκειμενική εκτίμηση δεδομένων κατά την σύνταξη ορισμένων μελετών.

Τι πρέπει να γίνει για μια σωστή διαχείριση στον τόπο μας; Αρχικά παρά την φιλοσοφία της οδηγίας 2000/60 που αναδεικνύει το ποιοτικό σκέλος ως το καθοριστικό στην διαχείριση τουλάχιστον σε επίπεδο εθνικής πολιτικής να συναξιολογηθεί το ποσοτικό σκέλος. Για να υπάρξει αποτελεσματικότητα σε μια εθνική πολιτική διαχείρισης των υδατικών πόρων θα πρέπει αυτό να γίνει τοπικά. Η προσέγγιση των ισοζυγίων προσφοράς και ζήτησης, με την βοήθεια σήμερα της πληροφορικής, θα πρέπει να εκδηλωθεί σε επίπεδο υδατικού διαμερίσματος, δηλαδή μιας ενότητας υδατικών λεκανών. Τέλος ο συντονισμός σε όλα τα επίπεδα είναι ανάγκη να είναι τμήμα ενός συνολικού σχεδιασμού. Έρευνα, γνώση, κατασκευή έργων, αντιρύπανση, προστασία.

 

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ

  • 13,799 hits