You are currently browsing the category archive for the ‘Ποίηση λογοτεχνία’ category.

Γράφε Ιστορία, τα ψέματά σου αράδα

και βλόγα το Φονιά, βρίζε το Θύμα!

Κι’ Αρετή, των δρομάκων σουσουράδα,

τον κάθε σωματέμπορά σου τίμα.

 

Και σύ, Νόμε, των άνομων ασπίδα,

σαν τη μαϊμού από κλώνο σ’ άλλον πήδα

κι απ’ την κορφή με την ουρά κρεμάσου,

να μη γλέπει ο Λαός τα πισινά σου.

 

Λευτεριά της χανάκας και του ξύλου,

Σφιχτόδενε τ’ αξύπνητο χαϊβάνι.

Και συ, ρηγάτο του Κενού, τ’ αψήλου

κάμνε το σκλάβο ρήγα, άμα πεθάνει.

 

Και συ τσούλα των δήμιων, Επιστήμη,

της Αλήθειας έσχατη τεφροδόχα,

και συ πρόστυχη Πένα και ψοφίμι,

του βούρκου λιβανίζετε την μπόχα!

 

Κώστας Βάρναλης

 

(Απόσπασμα από τον πρόλογο στον «Ελεύθερο Κόσμο». Εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1965)

λαπαθιωτης

Κώτσος, ο ρήγας ο τρανός, λεβέντης και ντερβίσης,

καμάρι τής Ανατολής και βδέλυγμα της Δύσης,

σκεφθείς ότι, μετ’ ου πολύ, μέλλει να μπη στην Πόλη,

(έτσι, τουλάχιστον, δηλούν οι χασικλήδες όλοι…)

κ’ ιδών την Πόλην Κών/πολιν να γράφουν στας “ειδήσεις”,

και προσπαθών και εις αυτό ν’ αρμονισθή επίσης,

θέλησε συντομώτερα να γράφεται κ’ εκείνος,

και τ’ όνομά του συνταμών, καλείται τώρα: Κ/τίνος…

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει

από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής,

κι ας τραγουδήσουμε, το τραγούδι να μοιάσει

νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής –

τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,

και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.

Κυκλοφόρησε ακάθεκτη το 14ο φύλλο της η διμηνιαία εφημερίδα των μαθητών των Παπαδατών “Οι πιτσιρίκοι” (Ιαν. – Φεβ. 2013). Στη διεύθυνση http://www.papadates.gr/pitsirikoi/11.pdf μπορείτε να βρείτε την αξιόλογη δουλειά τους με ενδιαφέροντα θέματα: Για την γιορτή της ελιάς και τις ιδιότητες του ευλογημένου αυτού καρπού, κάλαντα, ανέκδοτα και χιούμορ, όμορφες φωτογραφίες, ήθη και έθιμα της περιοχής, και ένα αξιόλογο αφιέρωμα στον Νικηφόρο Βρεττάκο.

«Αφιερωμένο στον Νικηφόρο Βρεττάκο, τον επαναστάτη και ρομαντικό ποιητή της γενιάς του ’30, που εξέφραζε την κοινωνική διαμαρτυρία, είναι το τεύχος αυτό της εφημερίδας μας. Και το έτος 2012 που φεύγει ήταν αφιερωμένο σε αυτόν το σύγχρονο ποιητή καθώς φέτος συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννησή του».

Επισκεφθείτε την. Αξίζει!

Καλή χρονιά και καλή δουλειά!

ΔιΠ

Σαν παίρνεις τον κατήφορο, την άκρη το ποτάμι,

με το πλατύ πουκάμισο, με τ’ άσπρο σου ποδάρι,

χαμήλωσε την μπόλια σου και σκέπασε τα φρύδια,

να μη φανούνε τα φιλιά, να μη σε καταλάβουν,

και σε ζηλέψουν τα πουλιά, της άνοιξης τ’ αηδόνια.

 

Άιντε και βάνε τ’ άρματα, κι έλα στην Κρύα Βρύση,

να περπατάμε στα βουνά, στης Λιάκουρας τα χιόνια,

να ’σαι τσ’ αυγούλας η δροσιά και του Μαγιού η πάχνη,

και μέσα στο λημέρι μου να λάμπεις σαν την Πούλια.

 

Αν ήμουν εγώ πλοίαρχος,

ναιsi j’ étais roi!–

αν ήμουν εγώ πλοίαρχος

στην “Κλεοπάτρα”, τη “Σεμίραμη”, τη “Θεοδώρα”,

αν ήμουν εγώ πλοίαρχος

με τέσσερα χρυσά γαλόνια

κι αν μ’ άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή

τόσα χρόνια,

μια νύχτα σεληνόφεγγη,

στη μέση τού πελάγου,

θ’ ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα

κι ενώ θ’ ακούγονταν η μουσική

που θα ’παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια,

με τη μεγάλη μου στολή,

με τα χρυσά μου τα γαλόνια

και τα χρυσά μου τα παράσημα,

θα ’γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη

από το τέταρτο κατάστρωμα

μες στα νερά,

έτσι με τα χρυσά μου,

σαν αστήρ διάττων,

σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων.

 

Αλέξανδρος Μπάρας, Συνθέσεις, Βιβλίο Πρώτο

Ένα αποκαλυπτικό βιβλίο για τα πράγματα που μας λέει ο κυρίαρχος λόγος και δεν ισχύουν, σχετικά με την ελληνική κρίση:

Δεν παράγουμε σχεδόν τίποτε ως χώρα. Καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε. Ο ελληνικός καπιταλισμός είναι στρεβλός, υπανάπτυκτος και εξαρτημένος. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει εργατική τάξη. Για όλα φταίνε οι συντεχνίες. Μετά τη μεταπολίτευση η επικράτηση της αριστερής ιδεολογίας υπήρξε μοιραία, ενοχοποιώντας τον ιδιωτικό τομέα, την επιχειρηματικότητα και το κέρδος. Η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται καθοριστικά από το εργατικό κόστος. Το μεγάλο κράτος βρίσκεται στη ρίζα της ελληνικής κρίσης. Είμαστε χαμένοι εκτός ευρώ· η διαπραγματευτική μας δύναμη είναι μηδενική.

βιβλιοΑυτά και άλλα πολλά “αυτονόητα” του κυρίαρχου λόγου, ως εκ τούτου και της δημόσιας συζήτησης στην Ελλάδα, κρίνονται και ερευνώνται στο ανά χείρας βιβλίο. Όχι ως μια φιλολογική ενασχόληση ορισμένων σχολιαστών που ενδιαφέρονται για την “αλήθεια”, αλλά ως τμήμα μιας ενεργής και ανελέητης κοινωνικής σύγκρουσης από την πλευρά των κυρίαρχων.

Στην καρδιά ενός ολοκληρωτικού κοινωνικού πολέμου, κατά τον οποίο φαίνεται να διακυβεύεται η μοίρα της εργαζόμενης ανθρωπότητας, όλοι επιλέγουν πλευρά. Η ανοιχτή, δημοκρατική και επιχειρηματολογημένη συζήτηση επιχειρείται να θεωρηθεί επικίνδυνη πολυτέλεια, κατάλληλη για άλλοτε, όχι, όμως, σ’ αυτή την κατάσταση έκτακτης ανάγκης για το έθνος, για την πατρίδα, για το σύστημα –για κάθε έθνος, για κάθε πατρίδα, για το ένα σύστημα. Έχουν δίκιο· δεν είναι πολυτέλεια, είναι όμως πολύ επικίνδυνη.

Έπρεπε πια ν’ αποφασίσουμε.

Κι έτσι

παρά τις καιρικές δυσκολίες

το ταξίδι άρχισε

τα πανιά μπαλωθήκανε βιαστικά

τ’ αμπάρια αδειάσανε από τη σαβούρα

το κατάστρωμα πλύθηκε

κάτι χάρτες που δείχνανε το δρομολόγιο

πεταχτήκανε κομματιασμένοι

κι ένας ναύκληρος από τα μέρη τής ζεστής γης

πήρε στους ώμους του την προσευχή.

Η θάλασσα φορτώθηκε στο πλοίο

σταγόνα – σταγόνα

και το ταξίδι τού βούρκου άρχισε.

Τα σκυλιά φτάσανε μπροστά στο νερό

μυρίσανε τον αγέρα.

Τι θα πάρουμε μαζί μας;

Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να διαλυθεί μια μεγάλη πλάνη που επίτηδες καλλιεργείται από τους αστούς ιδεολόγους, που τοποθετούν στην ίδια βάση τη φασιστική διχτατορία και την προλεταριακή διχτατορία. Ονομάζουν “ολοκληρωτικά καθεστώτα” και τον φασισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Ταυτίζουνε τις δυο μορφές της διχτατορίας και θεωρούνε και τις δυο σαν απόλυτη άρνηση του ατομικισμού και της δημοκρατίας, ενώ ίσα ίσα βρίσκονται στους αντίποδες αναμεταξύ τους. Ο φασισμός είναι η βασική άρνηση της δημοκρατίας, ο σοσιαλισμός είναι η ολοκλήρωση της δημοκρατίας, η μετάβαση από την φαινομενική αστική δημοκρατία στην ουσιαστική σοσιαλιστική δημοκρατία, που έχει για προϋπόθεσή της την οικονομική δημοκρατία.

Για τον φασισμό η δημοκρατία είναι παρελθόν, για τον σοσιαλισμό η δημοκρατία είναι σκοπός, είναι το μέλλον.

Για τον φασισμό η απολυταρχία, το κυρίαρχο κράτος, η άρνηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη είναι κάτι οριστικό, είναι η τελειωτική μορφή του κράτους. Για τον κομμουνισμό η διχτατορία του προλεταριάτου είναι περαστικός σταθμός, ένα σκαλοπάτι που οδηγεί στην ολοκλήρωση της δημοκρατίας, στην αληθινή θεμελίωση και υποστάτωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη.

Για τον φασισμό, η λευτεριά, η ισότητα, η αδελφοσύνη, η πανανθρώπινη κοινωνία είναι ξεπερασμένα ιδανικά που οδηγούνε σήμερα στον εκφυλισμό της κοινωνίας και στην αποσύνθεση. Για τον σοσιαλισμό η λευτεριά, η ισότητα, η αδελφοσύνη, η πανανθρώπινη κοινωνία, ο σοσιαλιστικός ανθρωπισμός είναι τα ιδανικά τέρματα που μόνο με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής μπορούνε να πραγματωθούν.

Για τον φασισμό υπάρχει ανταγωνισμός ανάμεσα στο άτομο και στην ολότητα που πρέπει να εκλείψει με την υποταγή του ατόμου. Για τον σοσιαλισμό η ολότητα είναι το πλαίσιο για την ανάπτυξη του ατόμου, ανάμεσα στην ολότητα και στην προσωπικότητα ο σοσιαλισμός μόνο δημιουργεί αρμονία.

Για τον φασισμό το άτομο εκμηδενίζεται μέσα στο κράτος (το κράτος των εκμεταλλευτών). Για τον σοσιαλισμό η πολύπλευρη και προς όλες τις κατευθύνσεις καλλιέργεια της προσωπικότητας, η δυνατότητα για όλους του ανθρώπους να αναπτύξουν στον υπέρτατο βαθμό τις ικανότητες τους είναι ιδανικό τέρμα.

Ο φασισμός δεσμεύει την πλειοψηφία για να εξασφαλίσει την κυριαρχία μιας ολιγαρχίας. Ο σοσιαλισμός είναι η ρύθμιση του υλικού για να απολυτρωθεί το ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο.

Ο φασισμός διαιωνίζει το βασίλειο του καταναγκασμού. Ο σοσιαλισμός οδηγεί τον άνθρωπο από το βασίλειο της ανάγκης στο θείο χώρο της λευτεριάς…

 

(Σημ. ΔιΠ : Απόσπασμα από το βιβλίο του μεγάλου δάσκαλου, παιδαγωγού και κοινωνιολόγου Δημήτρη Γληνού “Τριλογία Πολέμου” (Σαντορίνη Σεπ-Νοε 1938), εκδόσεις “Αθηνά”).

Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο του Τέο Ρόμβου για την ιστορία του πειρατή Γιώργου Μαύρου και τις περιπέτειες του στο Αιγαίο πριν από ενάμισι αιώνα περίπου. Φαίνεται όμως ότι τα θέματα της διεθνούς πειρατείας (Αιγαίο, Καραϊβική κ.ά.) τα έχουν μελετήσει καλά και οι στρατοκράτες του Ισραήλ και έχουν εξελιχθεί σε άριστους πειρατές. Έτσι, πρόσφατα επανέλαβαν το κατόρθωμά τους να κάνουν ρεσάλτο στο σουηδικό – φινλανδικό πλοίο Estelle, που πήγαινε με ανθρωπιστική βοήθεια να σπάσει τον αποκλεισμό της Γάζας. Κατέλαβαν λοιπόν, σε διεθνή νερά, το επικίνδυνο ιστιοφόρο(!) με τους πέντε βουλευτές (δύο του ΣΥΡΙΖΑ) και το οδήγησαν στο λιμάνι τους στο Ασντότ. Από εκεί απέλασαν τους τρομοκράτες επιβάτες του στις πατρίδες τους. Με τον τρόπο αυτό σώθηκε ο περιούσιος λαός του Θεού από ακόμη μια απόπειρα εναντίον του.

καημένε Μακρυγιάννη να ’ξερες

γιατί το τζάκισες το χέρι σου

 

το τζάκισες για να χορεύουν σέικ

τα κωλόπαιδα

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία

δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,

και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,

ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός

να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

 

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία

είναι που κάμνουνε μια ιστορία

μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί

αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ

δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,

για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,

κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,

με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

 

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.

Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·

η κατοχή σας είν’ επισφαλής:

η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.

Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,

κι από την άλληνα την συναφή,

κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·

είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;

σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος

του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε από τη γη!

Όταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,

ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιωνία πληγή.

Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο

τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,

νοιώθουμε τ’ άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,

υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,

μα θάνατο, καθημερνό θάνατο και χολή

μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα

του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,

το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,

χάνεται και ρωτιόμαστε τι να ’χουμε, τι να ’χω,

που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!

Το ποίημα που παραθέτω βρήκα την ευκαιρία να διαβάσω στο κοινό που παρευρέθηκε στην εκδήλωση το Σάββατο το βράδυ, 21 Ιουλίου, στη μικρή πλατεία του παλιού κινηματογράφου “Ακταίον” –μου αρέσει να την προσδιορίζω καλύτερα έτσι και όχι πίσω από τη Eurobank, όπως γράφτηκε στον τοπικό τύπο– και που ήταν αφιερωμένη στον ποιητή που συνέδεσε το τέλος της ζωής του με την πόλη μας, Κώστα Καρυωτάκη.

Η εκδήλωση οργανώθηκε από το σύλλογο εθελοντισμού “ΑΝΘΡΩΠΟΛΙΣ” και αξίζουν συγχαρητήρια για τη επιτυχή διοργάνωσή της. Το κοινό της πόλης μας γέμισε από νωρίς τη μικρή πλατεία, γεγονός που δείχνει ότι πάντα είναι παρόν σε ποιοτικές πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Κεντρική ομιλήτρια ήταν η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Χριστίνα Ντουνιά και αναφέρθηκε με μεστά λόγια στη ζωή και το έργο του ποιητή. Διαβάστηκαν αντιπροσωπευτικά ποιήματα του Καρυωτάκη από συμπολίτες μας (Παναγιώτη Παπαδάτο, Κοσμά Μαρκή, Κυριάκο Κοτσίνη, Γιάννη Γιαμά, Κοσμά Κοψάρη και Άννα Αφεντουλίδου), ενώ προβλήθηκαν το ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού και επιλεγμένες σκηνές από την τηλεοπτική σειρά του Τάσου Ψαρρά, σε επιμέλεια Γιάννη Νικολαΐδη.

Τα ζεστά χειροκροτήματα του κοινού απέσπασαν και οι μουσικοί της βραδιάς, που τραγούδησαν με ιδιαίτερη ποιότητα μελοποιημένα ποιήματα του Κ. Καρυωτάκη και της Μαρίας Πολυδούρη. Η Έλσα Χαραλάμπους, που ήρθε από τη Σύρο, μας ερμήνευσε με τη ζεστή ποιοτική φωνή της μελοποιημένη ποίηση Καρυωτάκη – Πολυδούρη, μαζί με το Δημήτρη Λαζαρίδη στην κιθάρα. Ο Βασίλης Τζίμας ερμήνευσε τρία τραγούδια, από τα οποία τα δύο ήταν σε δική του σύνθεση, δείχνοντας τι δυνατότητες έχει στη μουσική σκηνή. Μαζί του έπαιξαν οι K. Μαργαρίτης, κιθάρα, Χάρης Κακιούζης, ηλεκτρικό μπάσο, Χρ. Καπλάνης, τρομπόνι, και Μιχαήλ Κριτσωτάκης, κρουστά. Τη βραδιά έκλεισε ο Κώστας Αντύπας με τους μουσικούς Σοφία Κυριάκη, πιάνο, Θάλεια Παπαγγέλη, τσέλο, Ελένη Τσόλκα, βιολί, Απόστολο Παπουτσάκη, μπάσο, και τον Αποστόλη Σόφη, κρουστά. Ερμήνευσε μελοποιημένη ποίηση Πολυδούρη – Καρυωτάκη, ενώ στο τέλος και τη δική του σύνθεση “H πόλη μου”.

Μια εκδήλωση που, αν και άγγιξε τις τρεις ώρες, κράτησε το κοινό στη θέση του μέχρι το τέλος, δείγμα της ποιοτικής δουλειάς.

Έχω την εντύπωση ότι τα αφιερώματα που πραγματοποιούμε στην πόλη μας για τον Κώστα Καρυωτάκη μοιάζουν με μνημόσυνα, ζητώντας συγχώρεση για την αύρα του που έμεινε για πάντα εδώ μια μέρα του Ιούλη του 1928· συγχώρεση γιατί «σέρνουμε την αιώνια πληγή», που εδώ, στον τόπο μας επαληθεύτηκαν τα λόγια του:

«τι να ’χουμε, τι να ’χω, που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!»

Πάνος Παπαδάτος

Κωστάκη, από δω κι εμπρός

τα ρολογάκια θα ρυθμίζουν τη ζωή σου.

Κομμένη η αναρχία των σοκολατούχων και των παραμυθιών.

Από εδώ κι εμπρός

χιλιάδες ρολογάκια σιωπηλά κι απάνθρωπα

χιλιάδες ρολογάκια που ηχούν δαιμονισμένα.

Μόνος. Έν’ άδειο απέραντο τριγύρω μου,

και μιας πολέμιας χλαλοής ασώπαστη η φοβέρα.

Κι όταν εκείνη κατακάθεται,

μόνος· θανάσιμη σιωπή παγώνει πέρα ώς πέρα.

Μόνος. Μ’ αρνήθηκαν οι σύντροφοι,

κι από το πλάι μου γνωστικά τ’ αδέρφια τραβηχτήκαν.

Μ’ έδειξε κάποιος. –Να τος!– Καταπάνω μου

γυναίκες, άντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιά ριχτήκαν.

Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς·

κ’ ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα

τρυφερή

υποσχετική

οι αχρείοι.

 

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό

ανοιχτό τού αίλουρου, της ανηφόρας

απ’ τα εννιά σκοινιά τού βούρδουλα

κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.

Μην ξεχάσεις· φτύσ’ τους.

 

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό

ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων

ας περιμένουν οι αχρείοι.

Του Αντόνιο Γκράμσι

[Αναδημοσιεύουμε, ενόψει εκλογών, ένα κείμενο του ιταλού μαρξιστή φιλοσόφου και πολιτικού AntonioGramsci, γραμμένο την 11-2-1917, όπως δημοσιεύθηκε στην “Εποχή” τής 27-2-2011 μεταφρασμένο από την Τόνια Τσίτσοβιτς.]

Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις είναι να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.

Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα. Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει. Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν. Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;

Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.

Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους.

ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

 

Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.

Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.

Όταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.

Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.

Όταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.

Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.

Όταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.

Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.

Όταν τ’ αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.

Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.

Όταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.

Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.

Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους, τους άλλους,

Στον εαυτό σου γύρισε και πες:

«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».

 

Του παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουΐς

Απόδοση: Τζένη Καραβίτη. Εκδ. Νήσος, Αθήνα 2009

Της πλάσης ο τρόπος όλος

 

Χαντάκια , χαντάκια –

Τον δρόμο σου να χάσεις μπορεί!

Απ’ την παλιά Ευρώπη

Ένα ρετάλι απομένει,

Κι όπου διακρίνονται σύννεφα καπνού

Πολιτείες καίγονται…

 

Εκδ. Μικρή Άρκτος, 2008 – απόδοση: Γιάννης Αντιόχου

ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΑΤΟΥ ΦΥΛΛΟΥ

ΑΡΧΕΙΟ

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ

  • 111.461 hits