Υπάρχουν ορισμένα κείμενα, που η καθημερινότητα συνεχώς τα επαναφέρει στη μνήμη μας. Γνωρίζουν οι φίλοι την αδυναμία μου στον Δόκτορα Φαούστους του Τόμας Μαν. Ένα άλλο κείμενο είναι το “Στην Καρδιά του Σκότους” του Τζόζεφ Κόνραντ. Το διαβάζεις και μένει ανεξίτηλο. Δεν είναι απλώς η έντονη συγκίνηση που σου δημιουργεί η πλοκή, η ιστορία και ο τρόπος γραφής. Είναι ο άφατος τρόμος, όχι μπροστά σε κάτι ξένο και αλλόκοτο, αλλά μπροστά στο έρεβος της ίδιας της ψυχής μας.

Rafal Olbinski, Πρόβα εικόνας

Rafal Olbinski, Πρόβα εικόνας

Θα πω κάτι το αιρετικό: Το ίδιο μοτίβο συναντώ και στα έργα του Λάβκραφτ. Ο Κθούλου και οι άλλες προκοσμικές θεότητες δεν είναι τίποτε άλλα από το σκοτάδι του μυαλού μας και της ψυχής μας. Προσπαθεί να τις ξορκίσει πως, δήθεν, πρόκειται για δαίμονες από άλλα σύμπαντα, εξόριστους και καλά φυλαγμένους από τους νέους θεούς. Πρόκειται, όμως, για αρχέγονους δαίμονες, που ανάγονται στο απώτατο παρελθόν, για δαίμονες του ασυνειδήτου, που ο πολιτισμός μας θάβει, τους εξοστρακίζει και βάζει ως δεσμοφύλακά τους το λογικό, για να μην βγουν στο φως και στον πολιτισμένο κόσμο μας.

Όμως, το σκότος του Κόνραντ, η Κόλαση του Φαούστους είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση. Είναι η συνειδητή επιλογή ενός “πολιτισμένου” ανθρώπου να κάνει την εντελώς αντίστροφη πορεία: Ο άνθρωπος, εντελώς ελεύθερος, πλέον και με πλήρη επίγνωση της κατάληξής της, επιλέγει να εισέλθει από το φως στην καρδιά του απόλυτου ερέβους και να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί, χωρίς καμία απολύτως εξωτερική πίεση ή καταναγκασμό, παρόλο που γνωρίζει την Πτώση και τις συνέπειές της.

Είναι η μαύρη του ψυχή που τον σπρώχνει εκεί. Στον Λάβκραφτ είναι το καταραμένο υλικό, από το οποίο είναι πλασμένος ο άνθρωπος, τα μιαρά γονίδια κάποιου σκοτεινού, καταραμένου προγόνου, όπως αυτά που καθορίζουν τον Όσβαλντ στους Βρικόλακες του Ίψεν.

Τον Κόνραντ, τον Λάβκραφτ και τον Ίψεν θυμήθηκα, λοιπόν, όταν καταλάγιασε η έντονη συγκίνηση που μου γέννησε χτες το ντοκιμαντέρ στην ΕΤ1 (Κυριακή, 27-1-2013, ώρα 19:00), για τους απογόνους των Ναζί εγκληματιών.

Οι απόγονοι αυτοί μετέφεραν τη διπλή εμπειρία τους. Πρώτα, πώς οι πρόγονοί τους επέλεξαν από το φως να μπουν και να γίνουν οι ίδιοι η Καρδιά του Σκοταδιού, μαζί με τις οικογένειές τους, που πολλοί απ’ αυτούς επέλεξαν να τις εγκαταστήσουν σε “ειδυλλιακές” κατοικίες, δίπλα από τα κρεματόρια, που εξέπεμπαν την τσίκνα από την καιόμενη ανθρώπινη σάρκα. Και, δεύτερον, πώς οι ίδιοι οι απόγονοι προσπάθησαν να πολεμήσουν το απεχθές αυτό κληρονομιαίο άγος, όταν ανακάλυψαν πως βάραινε στην οικογένειά τους, στο όνομά τους και στους ίδιους προσωπικά.

Η Κατρίν Χίμλερ, δισέγγονη του εμπνευστή και σχεδιαστή του Ολοκαυτώματος, με παππούδες και λοιπούς συγγενείς αμετανόητα στελέχη του Ναζιστικού Κόμματος, έγγραψε βιβλίο, που καταλογίζει τις σκληρές ευθύνες στην οικογένειά της.

Η Μόνικα Χέρτβιγκ, κόρη του Άμον Γκέτ, διοικητή τού στρατοπέδου Πλαστσόφ (Πολωνία), που ο πατέρας τής ιδίας είχε εκτελέσει με τα χέρια του πολλούς κρατουμένους, δεν φάνηκε ποτέ να συνέρχεται από τον κλονισμό που της προκάλεσε τόσο η αποκάλυψη αυτή (νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρείο όταν είδε την Λίστα του Σίντλερ), όσο και η προσπάθεια συγκάλυψης του παρελθόντος αυτού που έγινε από την μητέρα της.

Η Μπετίνα Γκέρινγκ έφυγε στην άλλη άκρη της γης και, μαζί με τον αδερφό της, επέλεξαν να στειρωθούν, για να μην διαιωνίσουν το κακό γονίδιο.

Ο Ράινερ Ες, εγγονός του Ρούντολφ Ες (Hoess, όχι του Hess, υπαρχηγού του Χίτλερ), διοικητή του Άουσβιτς, επισκέφτηκε το στρατόπεδο και ενώπιον απογόνων του Ολοκαυτώματος, θρήνησε σπαρακτικά, δήλωσε ένοχος και ζήτησε συγγνώμη, που μεγαλόψυχα του δόθηκε και από επιζώντα του κολαστηρίου.

Ο Νίκλας Φρανκ, γιος τού Χανς Φρανκ, νομικού καθοδηγητή του Γ΄ Ράιχ και εκκαθαριστή των Εβραίων της Πολωνίας, έγραψε και εξέδωσε βιβλίο, παρά τις αντιδράσεις των λοιπών, αμετανόητων μελών της οικογένειας (πλην ενός αδερφού του), που αποκήρυσσε με τον πιο κατηγορηματικό και έντονο τρόπο τον πατέρα του και την οικογένειά του, καταγράφοντας τα εγκλήματα, αλλά και την απάνθρωπη αδιαφορία.

Όλοι, ανεξαιρέτως, οι απόγονοι ένιωθαν συντριβή και κανένα απολύτως αίσθημα αγάπης και συμπαθείας για τους προπάτορές τους, στους οποίους κανένα ελαφρυντικό δεν αναγνώρισαν.

Δεν πιστεύω στην κληρονομικότητα του Κακού. Θα συμμετείχα κι εγώ σ’ ένα κυνήγι μαγισσών, απ’ το οποίο η χώρα μας ακόμη δεν έχει ξεφύγει, όταν ψάχνουμε το οικογενειακό παρελθόν του κάθε προσώπου, για να το χαρακτηρίσουμε, λησμονώντας το αυθύπαρκτο κάθε προσωπικότητας και ότι τα γονίδια δεν καθορίζουν τις συνειδητές ιδεολογικές και πρακτικές επιλογές μας. Όμως το βάρος στη συνείδηση αυτών των απογόνων είναι αβάσταχτο και θα ήταν για τον κάθε έντιμο άνθρωπο, αν του τύχαινε.

Πώς, άνθρωποι νοικοκυραίοι, φιλήσυχοι. με παιδεία, καλλιέργεια και αρχές, τακτοποιημένοι βιοτικά, άνθρωποι που καθημερινά αποχαιρετούσαν με ένα φιλί και μια αγκαλιά την οικογένειά τους, πηγαίναν, χωρίς κανέναν δισταγμό και καμιά αναστολή, στους χώρους “εργασίας” τους, σκοτώνανε και βασανίζανε συνανθρώπους τους, ίσως γείτονες και φίλους, πριν μερικούς μήνες και το βράδυ γυρίζανε πάλι στην οικογενειακή θαλπωρή τους, απολαμβάνανε το ζεστό φαγητό τους, ακόμη με την τσίκνα από τα κρεματόρια στα ρουθούνια τους και στα ρούχα τους, διδάσκανε στα βλαστάρια τους πώς να γίνουν καλοί Γερμανοί, ενώ πριν λίγην ώρα είχανε εξοντώσει άλλα παιδάκια, τους δίνανε τον καληνυχτήριο ασπασμό, χαλαρώνανε διαβάζοντας Γκαίτε ή Σίλερ, υπό την υπόκρουση ενός εμπνευσμένου έργου ενός σπουδαίου Γερμανού συνθέτη και μετά απολαμβάνανε ανενόχως την αγκαλιά και τα ερωτικά χάδια της γυναίκας τους και έναν ύπνο χωρίς εφιάλτες, ώστε και πάλι το πρωί να συνεχίσουν την “ιερή” αποστολή τους.

Εκείνο, όμως, που μου προξενεί την τεράστια απορία είναι, πώς σήμερα υπάρχουν και στη χώρα μας άνθρωποι που επιμένουν ότι το Ολοκαύτωμα είναι προπαγανδιστικό κατασκεύασμα και προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις σφαγές που έγιναν και στην Ελλάδα. Πώς υπάρχουν Έλληνες, που εμμένουν την φρίκη του Εμφυλίου και να μην την κατανοούν, αλλά να προσπαθούν να βάλουν τις εκατέρωθεν αγριότητες και απάνθρωπες ακρότητες σε ζυγαριά και να καταλογίσουν, στη μια ή στην άλλη πλευρά, περισσότερα θύματα, ως ιστορική έρευνα και αλήθεια.

Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για οικειοθελή κατάβαση στην καρδιά του σκότους, όχι για να τη φωτίσουν, αλλά για να τη σκοτίσουν ακόμη περισσότερο και να μπούνε και οι ίδιοι σ’ αυτήν, παρασέρνοντας μαζί τους κι άλλους, φανατικούς ή καλοπροαίρετους ανίδεους.

Τρεις περιπτώσεις θέλω να αναφέρω, όπου το σκότος αυτό κυριάρχησε:

1. Σ’ ένα χωριό της Κοζάνης, ο ηγέτης μιας ακροδεξιάς οργάνωσης, που συνεργάστηκε με τους κατακτητές και προέβη σε τρομερές πράξεις σε βάρος συγχωριανών του, βασανιζόταν, χωρίς να μπορεί να πεθάνει, ενώ όλο το σώμα του είχε σαπίσει. Μια Κυριακή τον μετέφεραν στην εκκλησία, όπου, ενώπιον όλων, “εξομολογήθηκε” αυτά που τον βάραιναν, ένα προς ένα, χωρίς να τολμήσει να ζητήσει συγχώρεση. Βγαίνοντας από την εκκλησία ξεψύχησε. Επέλεξε να βγάλει στο φως τα μαύρα σώψυχά του, όχι για να τα εξαγνίσει (πώς, άλλωστε, αυτό θα μπορούσε να συμβεί;), αλλά για να τα καταγγείλει και να προφυλάξει πιθανούς μιμητές του.

2. Τα Δόντια της Μυλόπετρας, ένα σκληρό βιβλίο του Νίκου Κάσδαγλη, που περιγράφει την σκοτεινή κατάληξη και ολοκληρωτική αλληλοεξόντωση δύο ερωτευμένων νέων ανθρώπων στα χρόνια της Κατοχής, που ανήκαν στις δύο διαφορετικές παρατάξεις.

3. Την περίπτωση των αριστερών πολιτικών κρατουμένων και φυλακισμένων του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου (Γ΄ Ελληνικός Πολιτισμός, κατά τους θιασώτες της), που τους παρέδωσε ομήρους στις κατοχικές δυνάμεις, που απ’ αυτούς αντλούσαν κορμιά για εκτελέσεις αντιποίνων. Αυτοί οι άμοιροι ουδέποτε δικαιώθηκαν, ούτε με μια συγγνώμη προς τη μνήμη τους ή τους συγγενείς τους από την Ελληνική Πολιτεία, ούτε από της Αριστερά, διότι επρόκειτο, στην πλειοψηφία τους, για περεκκλίνοντα ιδεολογικά άτομα. Εδώ το σκότος κυριαρχεί ακόμη στη συλλογική εθνική και πολιτική συνείδηση, χωρίς καμία διάθεση εξόδου απ’ αυτό.

Και, τέλος, μία ηρωική περίπτωση εξόδου απ’ το σκότος, στο τέλος του Εμφυλίου: Είχε μείνει ένα οχυρό των “ανταρτών”, πάνω στο Γράμμο, στο γκρεμό Χάρος. Οι πολιορκημένοι βγήκαν με λευκή σημαία και ζήτησαν να πεθάνουν, χωρίς να ξοδέψουν τα τελευταία τους πυρομαχικά κατά των συνελλήνων (στην περίπτωσή μας η Μοίρα έφερε να βρίσκονται δυο αδέρφια στα αντίθετα στρατόπεδα) ή αυτοκτονώντας. Τραγούδησαν και, χορεύοντας, έπεσαν από το γκρεμό, αφήνοντας εκατέρωθεν, με τον τρόπο αυτό, το μίσος και το σκοτάδι μακριά απ’ τις καρδιές τους.

Το Κακό δεν είναι μεταφυσικό ούτε κληρονομικό. Είναι, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, συνειδητή επιλογή μας. Έρχεται σιγά-σιγά και ύπουλα, όταν το βλέπουμε γύρω μας καθημερινά και δεν το καταπολεμάμε ως τη μεγαλύτερη και καταστρεπτικότερη νοσηρή πανδημία, δεν αντιδράμε σ’ αυτό και στις εκφάνσεις του, επειδή πιστεύουμε πως δεν μας αφορά, αν δεν βλάπτει στη βόλεψή μας. Είναι, όταν το αποδεχόμαστε ως αναπόφευκτο μέρος της φύσης μας, του πολιτισμού μας και της κοινωνίας μας κι όχι ως μία φρικτή, ανόσια παρέκκλιση του ανθρώπινου μυαλού και συναισθήματος. Είναι, όταν αποδεχόμαστε τη στυγνή εκμετάλλευση του ανθρώπου ως εύλογη απόρροια των οικονομικών σχέσεων και της παραγωγικής διαδικασίας, θεωρώντας την ως παράπλευρη απόρροια της “ανάπτυξης” και της ευρύτερης ευημερίας. Και, μετά από λίγο χρόνο, η μόλυνση εξαπλώνεται και στον πλέον αγνό και καλοπροαίρετο άνθρωπο, που θρησκεύεται, πιστεύει και προσβλέπει στη θεϊκή καλοσύνη και έλεος, ενώ ο ίδιος δεν έχει ίχνος απ’ αυτά στη συνείδησή του και στο λογικό του ή είχε και άφησε το Κακό να τα εξοβελίσει ολοσχερώς.

Θανάσης Αλμπάντης

Advertisements