Επικήδειος που εκφώνησε στην κηδεία του

εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ ο Δημήτρης Κωνής

Φώτης Τρούγκος

Αποχαιρετούμε σήμερα τον ακριβό μας σύντροφο Φώτη Τρούγκο, τον αγωνιστή της εθνικής αντίστασης, τον αγωνιστή της αριστεράς , τον πολίτη αυτής της πόλης που έδωσε στη διάρκεια της ζωής του στη λέξη “αριστερός” την πραγματική της διάσταση. Που ήταν για μάς το πρότυπο της σεμνότητας, της ανιδιοτέλειας και της λεβεντιάς.

Γεννήθηκε στο Λούρο Πρέβεζας το 1918 από αγρότες γονείς με πολυμελή οικογένεια. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο Λούρου και το εξατάξιο Γυμνάσιο στην Πρέβεζα με Γυμνασιάρχη τον αείμνηστο Χρήστο Κοντό με “λίαν καλώς”. Απεφοίτησε το 1939 από τη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ιωαννίνων που την περίοδο εκείνη είχε διευθυντή τον Ευάγγελο Παπανούτσο. Εκεί έρχεται σε επαφή με τις κομμουνιστικές ιδέες. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας διορίσθηκε το Δεκέμβριο του 1939 «ως δημοδιδάσκαλος επί βαθμώ και μισθώ ακολούθου εις την εκπαιδευτικήν περιφέρειαν Πρεβέζης» όπως αναγράφει το διοριστήριο. Στις 10 Μαρτίου 1940 τοποθετείται στο μονοτάξιο Δημοτικό Σχολείο Άσσου.

Ο πόλεμος του ’40 τον βρίσκει στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Ιππικού, στη Λάρισα. Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 με φύλλο πορείας πάνω σε καρότσα φορτηγού μαζί με τους συναδέλφους του, φεύγει μέσω Μετσόβου για την πρώτη γραμμή του μετώπου. Συμμετέχει σε όλες τις μάχες και παίρνει το βαθμό του ανθυπίλαρχου. Πολεμά συνεχώς για έξη μήνες. Η σχετική βεβαίωση που χορηγεί ο ίλαρχος Ιωάννης Κατσαδήμας, Διοικητής της 1ης Ίλης Ιππικού της Ομάδας Αναγνωρίσεως, γράφει ότι : «υπηρέτησεν στην γραμμήν των πρόσω του Αλβανικού μετώπου από της ενάρξεως του Ελληνοϊταλικού πολέμου, ήτοι από 3ης Νοεμβρίου 1940 μέχρι 12 Μαρτίου 1941 λαβών μέρος εις τας μάχας Καλαμά, Κότσικα, Φιλιάτες και εντεύθεν του Αργυροκάστρου.»

Γυρίζει στο χωριό του μετά την κατάρρευση του μετώπου και στις 23 Απριλίου 1941 αποστρατεύεται. Λαμβάνει ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ αγωνίζεται για «εθνική ανεξαρτησία, για καλύτερη ζωή, για ένα κόσμο απαλλαγμένο από την ένδεια και το φόβο», όπως μας έλεγε όταν τον ρωτούσαμε: «γιατί μπάρμπα Φώτη αγωνίστηκες;». Το 1943 τον βρίσκει διαφωτιστή τού ΕΑΜ και το 1945 ήταν, με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του ΕΛΑΣ, φρούραρχος της Πρέβεζας.

Ο πόλεμος όμως τελείωσε, οι Γερμανοί έφυγαν, η ειρήνη όμως δεν ήρθε. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στον καταραμένο εμφύλιο, όπως τον ονόμαζε. Αλληλοσκοτωμός, νέα ερείπια, καταστροφές. Πολύς πόνος και δάκρυα, αλλά και πολιτικοί διωγμοί. Αυτοί που πολέμησαν τους ξένους κατακτητές είναι τώρα “εχθροί της πατρίδας”. Το 1947 κλήθηκε για κατάταξη στο στρατό και βρέθηκε στη Μακρόνησο, στο πρώτο τάγμα Σκαπανέων, και αργότερα στην Ικαρία, εκτοπισμένος. Το Φεβρουάριο του 1949 διαγράφεται από τις τάξεις των εφέδρων αξιωματικών και το Μάιο του 1949 απολύεται από δάσκαλος με απόφαση του Υπουργού Παιδείας Κωνσταντίνου Τσάτσου ως «τυγχάνων λίαν επικίνδυνος και αμετανόητος κομμουνιστής, πάσα δε προσπάθεια για ανάνηψή του, απέβη άκαρπος».

Και οι διώξεις δεν σταματάνε ούτε με το τέλος του εμφυλίου. Από το 1950 μέχρι το 1960 συνεχείς οι εκτοπίσεις στα νησιά του Αιγαίου (Μακρόνησος, Ικαρία, Αη-Στράτης). Στη Μακρόνησο είναι στην ίδια σκηνή με τον αδελφό του Παναγιώτη και το συμπατριώτη του Αποστόλη Κωτσάκη. Εκεί σύμφωνα με τον ποιητή: «Καθένας τους είχε στους ώμους του, την κούραση δώδεκα ωρών από πέτρα, την δίψα δώδεκα ωρών από ήλιο, την κούραση τόσων χρόνων, την απόφαση μιας ολόκληρης ζωής».

Τη δεκαετία του 1950 με άδεια για μικρά χρονικά διαστήματα βρίσκεται ελεύθερος στο Λούρο. Επιστρέφει οριστικά το 1961 και εργάζεται στο ΚΤΕΛ Πρέβεζας. Ούτε όμως οι διώξεις και εκτοπίσεις μπόρεσαν να τον κρατήσουν μακριά από τις πρώτες γραμμές του αγώνα. Συμμετέχει ενεργά στην πολιτική μέσα από τις γραμμές της ΕΔΑ. «Έκτοτε και μέχρι 21.4.67 εξεδηλούσθε μετά φανατισμού υπέρ του ΚΚΕ και της ΕΔΑ, επεσκέπτεσθε τα γραφεία της ΕΔΑ και μετείχατε των διαφόρων κομματικών συσκέψεων, ανεγιγνώσκατε κομμουνιστικόν τύπον, διενεργούσατε εράνους υπέρ ταύτης, μετείχατε των πάσης φύσεως εκδηλώσεών της και γενικώς φέρεσθε ως συνειδητός και λίαν επικίνδυνος κομμουνιστής», όπως αναγράφει σχετική απόφαση απόλυσής του από το ΚΤΕΛ το 1968. Συλλαμβάνεται αμέσως με το πραξικόπημα στις 21.4.1967 και εκτοπίζεται στα Γιούρα.

Στις 27.2.1968 απολύεται από το ΚΤΕΛ μαζί με άλλους 6 υπαλλήλους, με απόφαση του χουντικού Υπουργού Συγκοινωνιών Τοτόμη, ως «μη νομιμόφρονας κατά την έννοιαν της Θ/1967 συντακτικής πράξεως». Στη διάσπαση του 1968 βρίσκεται στις γραμμές του ΚΚΕ Εσωτερικού, με τις δυνάμεις της ανανέωσης και της δημοκρατικής προοπτικής των ιδεών του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού. Οπαδός της ενότητας της Αριστεράς, συμμετέχει στο Συνασπισμό και στη συνέχεια βλέπει το ΣΥΡΙΖΑ σαν μοναδική ελπίδα του λαού μας. Τα τελευταία χρόνια είναι μέλος του παραρτήματος Πρέβεζας του Πανελληνίου Συνδέσμου Αγωνιστών Εαμικής Εθνικής Αντίστασης (ΠΣΑΕΕΑ). Μεγάλη βοήθεια προσφέρει στη διακίνηση του περιοδικού “ΕΑΜ – Αντίσταση”.

Σύντροφε Φώτη, συμμετείχες στον τιτάνιο αγώνα της Αριστεράς για μια φαινομενικά αδύνατη ριζική κοινωνική αλλαγή σ’ αυτό τον τόπο. Προσέφερες και εσύ με τους αγώνες σου ελπίδα στους απελπισμένους. Και είχες την τύχη στο τέλος της ζωής σου να δεις την ελπίδα και πάλι να γιγαντώνει. Το ξέρουμε πως εκεί, σε μία γωνιά του Παραδείσου, θα σε περιμένουν ο Τάκης ο Πολύζος, ο Θόδωρος ο Κορωναίος, ο Πάνος ο Τσάπαλης και οι άλλοι σύντροφοί σου. Να τους μεταφέρεις το μήνυμα πως οι θυσίες τους, οι θυσίες σας, δεν πήγαν χαμένες.

Καλό σου ταξίδι σύντροφε Φώτη, θα σε θυμόμαστε, τιμώντας τις ιδέες και τους αγώνες σου.

Advertisements