Πρωί, Σάββατο, 15-12-2012, δυο περιστατικά μας φαρμάκωσαν. Το ένα στην Αμερική, το άλλο στη Λέσβο. Δάκρυα οργής και απόγνωσης, που χύθηκαν άφθονα, λόγια που δεν μπόρεσαν να ειπωθούν, γιατί δεν θα ήταν αρκετά για να εκφράσουν τίποτε από την οδύνη μας. Όμως…

Σήμερα, πιο ψύχραιμα, συγκρίνω τα δύο περιστατικά. Αυτό της σφαγής στην Αμερική είναι όντως τραγικό, με την κλασική έννοια του όρου, όσο κι αν φαίνεται παράξενο.

Οι ΗΠΑ είναι ένα νεοπαγές κράτος, που ιδρύθηκε με τη βία και με τη γενοκτονία των αυτοχθόνων λαών. Οι ηγέτες του νέου έθνους θεοποίησαν τα όπλα και θεσπίσανε νόμους που τα θεαρεστοποιούσανε. Τα όπλα έγιναν η βάση της ύπαρξης, ίδρυσης και κραταίωσης του νέου έθνους. Ποιος ο λόγος να συνεχίσουν τα όπλα να έχουν τόσο περίοπτη και δεσπόζουσα θέση στον αμερικάνικο πολιτισμό; Προφανώς επειδή ολόκληρες βιομηχανίες στηρίζονται σ’ αυτά. Δεν είναι μόνο το άμεσο εμπόριό τους, αλλά και το σινεμά της βίας, όλες οι μαφιόζικες δραστηριότητες, οι επιχειρήσεις ιδιωτικής ασφάλειας, οι επιχειρήσεις διασκέδασης και χομπισμού και ποιος ξέρει πόσες άλλες.

Paul Cezanne, Πυραμίδα από νεκροκεφαλές

Paul Cezanne, Πυραμίδα από νεκροκεφαλές

Όλα αυτά, όμως, δεν μένουν χωρίς συνέπειες. Χρόνια τώρα έχουμε ολοκαυτώματα σε βάρος αθώων, αποτελέσματα φρικτά αυτής της τακτικής. Θρηνώ για τα αθώα παιδιά, αλλά δεν αισθάνομαι καμία συμπάθεια και δεν υπογράφω κανένα σχετικό κείμενο συμπάθειας προς τους ζωντανούς. Αυτοί που ζητούν να εκφράσουμε συμπάθεια προς τις ΗΠΑ απλώς υποστηρίζουν, εν αγνοία τους, πιστεύω, το λόμπι των οπλολάγνων. Οι νεκροί δεν μπορούν να νιώσουν τη συμπάθειά μας, πώς, άλλωστε, θα μπορούσε να γίνει αυτό. Πώς να νιώσεις συμπάθεια για τον Κρέοντα, που έχασε γιο και γυναίκα, λόγω της δικής του ύβρεως; Πώς να δώσω ίλεω και να νιώσω οίκτο για τον Αγαμέμνονα, που θυσίασε την κόρη του, για τον Πολυνείκη, τον Ετεοκλή ή τον Καπανέα; Πώς να νιώσω ανάλογα συναισθήματα για τους Αμερικανούς, που επιμένουν στα όπλα, ενώ γνωρίζουν ότι τα πιο ευάλωτα θύματα είναι τα παιδιά; Αηδία, οργή και τρόμο νιώθω μπροστά στην υποκρισία. Πόσοι απ’ αυτούς που κροκοδείλια “θρηνούν” δήθεν σήμερα, ακόμη και γονείς θυμάτων, δεν θα αντιδράσουν λυσσαλέα στην όποια προσπάθεια κατάργησης της τροπολογίας για την “ελευθερία” οπλοφορίας. Αυτή η “ελευθερία” είναι γι’ αυτούς υπέρτερη από το δικαίωμα να ζήσει κάποιος και, μάλιστα, να ζήσει χωρίς το φόβο να φοιτήσει σε σχολείο, να στείλει τα παιδιά του σ’ αυτό και χωρίς την αγωνία, μήπως ένας παρανοϊκός, φανατικός οποιασδήποτε εμμονής ή ιδεολογίας, ασκώντας το συνταγματικά κατοχυρωμένο “δικαίωμα” οπλοφορίας, στερήσει το δικαίωμα ύπαρξης σε ανύποπτα κι αθώα θύματα. Τα παιδάκια αυτά ήταν τα θύματα της τραγωδίας, η Αντιγόνη, η Ιφιγένεια, οι Τρωάδες, ο Αστυάνακτας. Οι υβριστές, που με τις εθελότυφλες πράξεις τους επισύρουν τις τραγικές συνέπειες, δεν αξίζουν της συμπαθείας μας.

Κι απ’ την άλλη πλευρά έχουμε τους λαθρομετανάστες. Κι ας μην εξεγείρεται κανείς για τη χρήση του όρου. Δεν πιστεύω στις πολιτικώς ορθές λέξεις και εκφράσεις, γιατί κι αυτές υποθάλπουν την υποκρισία και προσπαθούν να στολίσουν ανήθικα την άφατη δυστυχία. Αυτοί οι δύστυχοι ήταν λαθραίες υπάρξεις, χωρίς καμία αξία στα δόντια της μυλόπετρας που αλέθει υπάρξεις, ανθρώπους και ζώα, χάριν του ασύδοτου και ανήθικου καπιταλιστικού κέρδους. Ήταν λαθραίοι στις χώρες τους, στις οικογένειές τους, στα χωριά τους, στις κοινωνίες τους. Ούτε από περιέργεια υπήρχαν ούτε από καραγκιοζιλίκι. Δεν είχαν καν αυτό το άθλιο προνόμιο. Υπήρξαν για να γίνουν ευτελή αντικείμενα εκμετάλλευσης. Δεν πρόλαβαν να γίνουν αντικείμενα εκμετάλλευσης άκαρδων εργοδοτών, έγιναν, όμως, δουλεμπόρων. Ποντάρισαν τα πάντα, τα υπάρχοντά τους, τις άθλιες ζωές τους και τις ελπίδες, δικές τους και των οικογενειών τους, πάνω σε μια βασανιστική πορεία και σάπια βάρκα, που εξόκειλε κι έπνιξε τα πάντα και τα ξέβρασε ανώνυμα σκουπίδια, μαζί με τα άλλα, που πνίγουν τις θάλασσες, απορρίμματα του κόσμου που τα κανιβαλίζει όλα κι όλα τα χωνεύει και τα κάνει περιττώματα.

Θρηνώ γι’ αυτούς τους ανώνυμους. Για τα νήπια του σχολείου θα γίνουν κηδείες, μνημεία, δηλώσεις, ταφόπλακες πολυτελείς, με ανεξίτηλα χαραγμένα ονόματα. Θα γραφτούν βιβλία, ποιήματα, θεατρικά κείμενα, θα γυριστούν ταινίες και πάλι οι έμποροι θα κερδοσκοπήσουν και επί των ιματισμών θα θέσουν κλήρο.

Οι άμοιροι της Λέσβου θα μείνουν αιωνίως ανώνυμοι, θα ριχτούν σ’ έναν λάκκο άκλαυτοι, χωρίς ταφικές ή επιμνημόσυνες τελετές και σπονδές, λαθραίοι στη ζωή, στην ερεβώδη πορεία τους τη δουλεμπορική, στη μάχη τους με τα κύματα, στην απόγνωσή τους να κρατηθούν ζωντανοί και να κρατήσουν ζωντανές τις ελπίδες τους κι όσων δικών τους τούς κατευόδωναν στον σίγουρο χαμό, λαθραίοι. Απ’ τη χοντροπετσιά που μας δέρνει και που μας κάνει κι εμάς λαθραίες, ηλίθιες, χωρίς νόημα υπάρξεις στον πάτο του έβδομου κύκλου της Κόλασης.

Θανάσης Αλμπάντης

Advertisements