Φέτος συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Πρέβεζας (21-10-1912), μια επέτειο η οποία για άλλες πόλεις που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος κατά τους βαλκανικούς πολέμους αποτελεί κάθε χρόνο επίσημη αργία. Αντίθετα, εδώ στην Πρέβεζα, με εξαίρεση τους φετινούς εορτασμούς για την εκατονταετηρίδα, πάντα αρκούμασταν σε μια σύντομη δοξολογία στο μητροπολιτικό ναό, σε μια φευγαλέα υπόμνηση ενός ιστορικού γεγονότος που σταδιακά χανόταν στη λησμονιά, για να μην πούμε στη γενική αδιαφορία.

Gerry Charm, Terra incognita

Gerry Charm, Terra incognita

Όμως, όποια άποψη και αν έχει κανείς για τις επίσημες τελετές του κρατικού μηχανισμού, η λησμονιά και η δημόσια σιωπή για συγκεκριμένα γεγονότα θεωρούνται από την επιστήμη της ιστορίας πράξεις πολιτικές. Ειδικά μάλιστα στην περίπτωσή μας αποτελούν έκφραση των πολιτικών επιλογών των τοπικών ελίτ, που για δεκαετίες αναπαρήγαγαν την μικροεξουσία τους μέσα από την υπανάπτυξη του τόπου μας και το γνωστό ιδεολόγημα της μίζερης Πρέβεζας του Καρυωτάκη. Σίγουρα η Πρέβεζα του 1912 δεν ήταν παράδεισος, ωστόσο δεν ήταν ούτε και η θλιβερή επαρχία της συλλογικής μνήμης. Υπήρξε το αστικό κέντρο της γύρω περιοχής και μέσω του λιμανιού της η πύλη της Ηπείρου και του εμπορίου της προς τον Πειραιά και την Ευρώπη, ολόκληρη την περίοδο του μεσοπολέμου.

Όπως είναι γνωστό, στα χρόνια που ακολούθησαν και ειδικά μετά το 1950, η δημιουργία νέων οδικών αξόνων υποβάθμισε τη σημασία του λιμανιού και βύθισε για δεκαετίες την πόλη σε ένα οικονομικό και κοινωνικό τέλμα. Σ’ αυτά τα ατέλειωτα χρόνια της λησμονιάς, στη μετεμφυλιακή και αργότερα στη μεταπολιτευτική Πρέβεζα, η μορφή του αστικού περιβάλλοντος αλλοιώθηκε για πάντα, αν και κατά τύχη διασώθηκε σε κάποιο βαθμό το μέτωπο της πόλης προς τη θάλασσα και τμήμα του ιστορικού κέντρου. Όλα τα υπόλοιπα χάθηκαν ή έγιναν τσιμέντο. Ο ενετικός ελαιώνας αποψιλώθηκε, σημαντικά παλιά οικήματα κατεδαφίστηκαν, η συναγωγή και τα δύο τζαμιά καταστράφηκαν, η καθολική εκκλησία κόντεψε να καεί, σημαντικά ιστορικά αρχεία αγνοούνται, και τα λεηλατημένα κουφάρια των κάστρων έχουν απομείνει εστίες μόλυνσης και δυσφήμισης για την πόλη.

Αυτή η γενοκτονία της μνήμης, η οποία ποδοπάτησε στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης ανάπτυξης κάθε ιστορική και αισθητική ευαισθησία των Πρεβεζάνων, οφείλεται ξεκάθαρα σε διαχρονικά λανθασμένες πολιτικές επιλογές της τοπικής εξουσίας. Επιλογές που όχι μόνο δεν έφεραν ανάπτυξη, αλλά κατέστρεψαν και τη φυσιογνωμία της πόλης, μεταμορφώνοντάς την σ’ ένα συνονθύλευμα κακοφτιαγμένων πολυκατοικιών, χωρίς καμιά ταυτότητα, κανένα τοπικό χρώμα και, το χειρότερο, χωρίς καμιά ελπίδα για το παρόν και το μέλλον.

Δυστυχώς, με την ίδια λογική του ποδαριού και της αρπαχτής, προετοιμάστηκε και ο εορτασμός της εκατονταετηρίδας, την ώρα που μια απλή ματιά στο διαδίκτυο για ανάλογες προετοιμασίες σε άλλες πόλεις και το σχετικό κοινωνικό διάλογο που αναπτύχθηκε εκεί, θα μας γέμιζε θλίψη, τουλάχιστον. Κι όμως, αν η στερνή γνώση έλεγε κάτι για την πρώτη, θα έπρεπε με αφορμή τη φετινή επέτειο και με ευθύνη του Δήμου της Πρέβεζας να καλλιεργούνται από καιρό και συστηματικά οι προϋποθέσεις εξόδου της τοπικής κοινωνίας από την επικρατούσα αμνησία για την ιστορία της πόλης και των ανθρώπων της.

Φυσικά, μια τέτοια προσπάθεια δεν θα μπορούσε να έχει τη μορφή των διαδικαστικών δοξολογιών, των ανούσιων πανηγυρικών λόγων και των γνωστών, κούφιων ευχολογίων για έργα και ανάπτυξη, παρά μόνο τη λογική της ανάσυρσης της συλλογικής μνήμης από τα ερείπια της κοινωνικής ιστορίας της πόλης. Από εκεί θα μπορούσε να αναδυθεί ένας απίστευτος πλούτος: η Πρέβεζα του μεσοπολέμου με τους πρόσφυγες και τις ξένες κοινότητες, το λιμάνι, το εργατικό κέντρο, ο λαϊκός πολιτισμός και οι κοινωνικοί αγώνες, μετά ο μεγάλος πόλεμος, η εθνική αντίσταση και οι νικητές και οι ηττημένοι του εμφυλίου, η εσωτερική μετανάστευση Λευκαδιτών και Συρρακιωτών προς την Πρέβεζα, οι αργόσυρτες δεκαετίες της παρακμής του λιμανιού και της υπανάπτυξης και τέλος η μεταπολίτευση και η μεγάλη οικιστική ανάπτυξη που άλλαξε για πάντα την πόλη στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα. Κι όλα αυτά αρκεί να αρχίζαμε να αντιμετωπίζουμε την ιστορία από τη σκοπιά του εργαζόμενου πολίτη της Πρέβεζας, αποφεύγοντας τις οπτικές τόσο του λαϊκίστικου ψευτοπατριωτισμού, όσο και του ελιτίστικου κοσμοπολιτισμού και αποκλείοντας έτσι κάθε περίπτωση ιδεολογικής χρήσης του παρελθόντος, η ορθή διαχείριση του οποίου δεν πρέπει να παραλύει το παρόν, αλλά να συμβάλλει στη δημιουργική διαφοροποίησή του.

Αν και δεν ελπίζαμε σε μια τέτοια παιδαγωγική αξιοποίηση της ιστορικής μνήμης από το Δήμο της Πρέβεζας, περιμέναμε τουλάχιστον το ξεκίνημα ενός δημόσιου διαλόγου πριν την επέτειο ή, έστω, έναν στοιχειώδη προγραμματισμό κάποιων σημαντικών εκδηλώσεων, που θα έφερναν το λαό της Πρέβεζας κοντά στην ιστορία της πόλης του. Δυστυχώς, αυτό δεν έγινε. Στο παρά πέντε των εορτασμών ο Δήμος ακόμα συγκροτούσε επιτροπές και στο τέλος τύπωσε σε μια φωτοτυπία ένα πρόγραμμα με διάφορες εκθέσεις, παραστάσεις, αγώνες και βαρκαρόλες, ενώ προχώρησε και σε μια εξιδανικευτική και φρονηματιστική μνημείωση του παρελθόντος κάτω από το Δημαρχείο, αφήνοντας και πάλι στο περιθώριο την πραγματική γνώση για την κοινωνική ιστορία της πόλης και τους πρωταγωνιστές της τα τελευταία 100 χρόνια. Κι όμως, αυτή τη γνώση την είχαμε περισσότερο από ποτέ ανάγκη, ειδικά τώρα που ο λαός μας ψάχνει για στηρίγματα μέσα στη σκοτεινή νύχτα των μνημονίων και ξαναβλέπει την ιστορία του, αναζητώντας λύσεις στα προβλήματα του σήμερα μέσα από τις αγωνιστικές παραδόσεις του χτες.

Κάπως έτσι λοιπόν έγινε η επέτειος της εκατονταετηρίδας μια ακόμα χαμένη ευκαιρία στην ιστορία ετούτης της έρμης της πόλης. Άλλωστε η πρώτη είναι; Ας ευχηθούμε να είναι τουλάχιστον η τελευταία.

Βαγγέλης Καινούργιος

Advertisements