Αφιερωμένο στο μεγάλο δάσκαλο Χρίστο Τσολάκη

 

Σεπτέμβριος, μήνας αρχής Φθινοπώρου, αρχής πολλών κακών σε πολλούς τομείς, αλλά και περισυλλογής όλων μας, για να ανασυνταχτούμε ώστε να αντιμετωπίσουμε τη καταστροφική λαίλαπα των μνημονιακών μέτρων –που οσονούπω επέρχονται…

Φθινόπωρο, εποχή μιας ατέρμονης ποικιλίας γεγονότων, χρωματισμένων κυρίως με σκούρες και μουντές πινελιές, ιδίως όσα εξ αυτών αφορούν το κοινωνικό σύνολο: νέα μέτρα –και τώρα μάλιστα και υποχρεωτικά λόγω μνημονίου–, μαύρες ιστορικές μνήμες (γεγονότα της Πόλης το 1955), πραγματικές επαναστάσεις για σύνταγμα και δημοκρατία (1844), τραγελαφική χρήση του όρου “3η Σεπτέμβρη” για σημείο αναφοράς νεοσύστατου –τότε– κόμματος, (τα αποτελέσματα το αποδεικνύουν), μαύρος ο Σεπτέμβρης των σφαγέων (Μόναχο 1972) και η Οκτωβριανή επανάσταση.

Από γκρίζος έως και μαύρος ο Σεπτέμβρης –και όλο το Φθινόπωρο– και για την εκπαιδευτική κοινότητα (γονείς, μαθητές, δασκάλους και καθηγητές), η οποία βάλλεται κατά κόρον κάθε τέτοια εποχή από αλλαγές και περικοπές κονδυλίων, που μεταφράζονται σε ελλείψεις βιβλίων, διδακτικού προσωπικού, συγχωνεύσεις σχολείων και γενικά βάλλεται από μέτρα που επιφέρουν δυσκολία και ανασφάλεια και την –πάνω σε τεντωμένο σχοινί– αρχή του παιδευτικού έργου.

Η παιδεία –ας γίνει από την αρχή αυτή η διασάφηση– δεν σχετίζεται νοηματικά με την εκπαίδευση, αφού η δεύτερη αποτελεί τον τρόπο άσκησής της. Η παιδεία είναι ευρύτερη μόρφωση, πλάτεμα του νου, καλλιέργεια της κρίσης και της γόνιμης φαντασίας, διαμόρφωση χαρακτήρα και ήθους καθώς και ολόπλευρης ανθρώπινης προσωπικότητας, εμφάνιση αρχών και αρετών στο χαρακτήρα του ανθρώπου, αναζήτηση νέων αντικειμένων έρευνας και γνώσης, είναι γενικά όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν τον κοινωνικοπολιτικό Άνθρωπο.

Η παιδεία όμως, σύμφωνα πάντα με τους δημοκρατικούς θεσμούς, αποτελεί δημόσιο κοινωνικό αγαθό, που σημαίνει ότι είναι δικαίωμα όλων των νέων να την κατακτήσουν και να την ασκήσουν και μετέπειτα να τη μεταλαμπαδεύσουν στις επόμενες γενιές και –προσοχή!– να προσαρμόζουν τη γνώση στην εποχή και στα νέα δεδομένα που προκύπτουν. Μετά από αυτή τη μικρή εισαγωγή λοιπόν, όλοι καταλαβαίνουμε, ότι αυτή η έννοια και η εφαρμογή της στη σχολική πραγματικότητα –και γενικά σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης– είναι κάτι το ασύλληπτο, το ανεφάρμοστο, το άγνωστο και το πολύπαθο!

Πολλοί ονειρεύτηκαν και ονειρεύονται την αναβάθμισή της, τη βελτίωσή της, την αναδόμησή της, τη στήριξή της με διάφορα ποσοστά από το Α.Ε.Π. (7%, 5% ή 3,5%), ακόμη δε και πολλοί ιθύνοντες έφεραν νομοσχέδια και νόμους για την καλύτερη λειτουργία της, τα οποία εφαρμόστηκαν –άλλα πλημμελώς και άλλα καθόλου–, ώσπου φτάσαμε σε τέτοιο κρίσιμο σημείο, από το οποίο αρχίζει ο προβληματισμός, η ανησυχία για το αύριο των παιδιών μας, καθώς επίσης για το αύριο και για το κοινωνικό μέλλον της χώρας μας.

Αυτός ο ευαίσθητος, λοιπόν, τομέας –της παιδείας–, κάθε φορά ταλανίζεται από τον οποιονδήποτε και εκάστοτε υπουργό της, που ποτέ η ιδιότητα και ειδικότητά του δεν άπτεται με αυτήν της παιδείας, άρα ως τεχνοκράτης του είδους “εκτελεί” το έργο του και παράλληλα “εκτελείται” η αναμόρφωση του παιδευτικού έργου. Έτσι αρχίζει η παραμόρφωση μιας διαδικασίας, που ενώ θα έπρεπε να αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα μιας πολιτείας, γίνεται είδος προς εξαφάνιση και μια καλή ευκαιρία στα χέρια εκείνων που θέλουν να εφαρμόσουν την πλύση εγκεφάλου των νέων, καλλιεργώντας τους –από πολύ νωρίς– την παθητική κρίση και στάση.

Η παιδεία στις μέρες μας υποβαθμίζεται, όπως ακριβώς υποβαθμίζεται το δημόσιο σχολείο, το δημόσιο πανεπιστήμιο και επίσης οι δημόσιοι λειτουργοί, που αγωνίζονται καθημερινά μέσα από ένα κυκεώνα προβλημάτων, αντιξοοτήτων και άθλιων υλικοτεχνικών υποδομών –και όχι μόνο– να μεταλαμπαδεύσουν τη γνώση. Και δεν νομίζω ότι αμφιβάλλει κανείς πως ό,τι καλό και δημιουργικό γίνεται σ’ αυτή τη χώρα, γίνεται χάρη στην ευαισθησία και στο ανθρωπιστικό ιδεώδες ορισμένων, που παραμένουν όρθιοι και αλώβητοι, ανέγγιχτοι από την κοινωνική σήψη και την πολιτική δυσοσμία.

Το μόνο –και μάλιστα κακό– που προκύπτει σ’ αυτή τη φάση είναι ότι υπάρχει σοβαρότατο πρόβλημα και έχει ένα και μοναδικό αποδέκτη: τα παιδιά, τους νέους των δημόσιων σχολείων, τους φοιτητές των δημόσιων πανεπιστημίων και τεχνικών σχολών, παιδιά τα οποία είναι έρμαιο των αλλαγών, που κάθε νέα κυβέρνηση και υπουργός παιδείας επιβάλλει –διαφορετικά κάθε φορά και σύμφωνα με συμφέροντα– και πάντα είναι τα θύματα των περιστάσεων. Αυτά τα παιδιά, που κάθε φορά πληρώνουν το τίμημα των αλλαγών, του ρουσφετιού, του οικονομικού πολέμου και της σημερινής κρίσης, της απρόβλεπτα αυξανόμενης ανεργίας, της ηθικής εξαθλίωσης και της συνεχούς αναζήτησης προτύπων και αρχών, μέσα σ’ ένα περιβάλλον όπου τα πάντα βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση. Αυτά τα παιδιά που αρχίζουν από πολύ μικρή ηλικία να “πληρώνουν” τα πάντα: πληρώνουν το δημόσιο σχολείο και την προσφερόμενη –δήθεν– δωρεάν εκπαίδευση, πληρώνουν την οικονομική κρίση και την ανέχεια των οικογενειών τους με τις λιποθυμίες τους –από ασιτία– μέσα στο σχολείο, πληρώνουν την –από πολλές αιτίες προερχόμενη– οικογενειακή βία με κρίσεις άγχους και αυτοχειρίες, γίνονται θύτες και θύματα σε φαινόμενα ρατσιστικής συμπεριφοράς πληρώνοντας με τον ηθικό στιγματισμό τους. Και φυσικά δεν μπορούμε να διανοηθούμε τι έχουν να πληρώσουν αυτά τα παιδιά μέσα ή έξω από το μικρό ή μεγάλο σχολείο αυτό το γκρίζο Φθινόπωρο, που επέρχεται δριμύ και που τα προβλήματα θα φανούν με τις πρώτες “μπόρες”…

Η παιδεία, όμως, δεν αρχίζει ούτε τελειώνει στα –εξωτερικά– ωραία κτίρια, ούτε με την έστω λίγο πιο γρήγορη διανομή βιβλίων στα σχολεία ή με την περσινή –εκσυγχρονισμένη, σε CD– διανομή, που πολύ γρήγορα γέμισε τους κάδους απορριμμάτων του σχολείου, ούτε με τις ευχές στην αρχή της σχολικής χρονιάς από τη μείζονα ή ήσσονα εκπαιδευτική ηγεσία. Όλα αυτά είναι επιχρίσματα, που γρήγορα πέφτουν ή ξεβάφουν, αποκαλύπτοντας τη γύμνια του σχολείου. Και το σχολείο είναι φτωχό, γυμνό και υποβαθμισμένο, γιατί δεν υπάρχει πρόνοια και οργάνωση από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Η οικονομική κρίση δημιουργεί επιπρόσθετες ανάγκες στο δημόσιο σχολείο –το 2% από το Α.Ε.Π δεν φτάνει–, γιατί: οι λειτουργικές ανάγκες είναι τεράστιες, τα παιδιά με ιδιαιτερότητες πλήττονται, η μεταφορά των παιδιών των απομακρυσμένων περιοχών γίνεται με πολλή δυσκολία –στοιβαγμένα σαν σαρδέλες ασφυκτιούν–, οι μαθησιακές δυσκολίες των παιδιών αυξάνονται ή αποσιωπούνται, προγράμματα –που διευρύνουν τη γνώση και αποκαλύπτουν τις κλίσεις και την προσωπικότητα του παιδιού– δεν προωθούνται. Και το σχολείο, τέλος, είναι φτωχό και γυμνό, γιατί οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί που το υπηρετούν ούτε επιμορφώνονται, ούτε αναπτύσσονται ή εξελίσσονται επαγγελματικά, αλλά οδηγούνται σε εθελουσία έξοδο χωρίς αποδοχές και παραιτούνται χωρίς να αντικαθίστανται από άλλους, νέους εκπαιδευτικούς.

Έτσι, το δημόσιο σχολείο σήμερα μας δημιουργεί θλίψη και περισσότερο από όλα μας θλίβει η εσωτερική του γύμνια: η παρεχόμενη μόρφωση θεωρείται παραμόρφωση και είναι αναχρονιστική, αρκείται μόνο στη στείρα απομνημόνευση (εξαιρέσεις ολίγες), υπάρχει απουσία –στο παιδευτικό έργο– ανθρωπιστικού ιδεώδους, ηθικών αξιών και υγιών προτύπων με αποτέλεσμα σχολείο, παιδεία και παιδιά να εγκαταλείπονται στη δίνη των κρατικών και κυβερνητικών συμφερόντων.

Σήμερα η ευρωπαϊκή χούντα (άλλη μορφής χούντα αυτή) και εσωτερική τρόικα δημιουργούν όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει επιτακτική η ανάγκη να βροντοφωνάζουμε και να απαιτούμε: “Ψωμί – παιδεία – ελευθερία”.

Μεγάλε δάσκαλε, κύριε Χρίστο Τσολάκη, πότε θα γίνουν πράξη σ’ αυτό το δύσμοιρο τόπο, τα λόγια σου: «Έζησα να μορφώσω ψυχές ικανές να χτίσουν μόνες τους το μέλλον.»

Φιλικά, Ε.Δ.

 

Advertisements