Στην περιοχή των Εκβολών του Αχέροντα, σε έκταση που έχει χαρακτηρισθεί ως Περιφερειακή Ζώνη Προστασίας της Φύσης, υλοποιείται αποστραγγιστικό – αρδευτικό έργο. Σύμφωνα με την ΜΠΕ, τα έργα που κατασκευάζονται θα επηρεάσουν τις περιοχές Προστασίας της Φύσηςστα έλη Σπλάντζας και Βαλανιδορράχης (ΜΕΥΠ, 1998).

Μυθολογία και φυσικό περιβάλλον μετατρέπουν τον Αχέροντα σε ένα τοπίο μεγάλης οικολογικής και ιστορικής αξίας. Με την αριθμ. 1778/28.6.2001 απόφαση Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ηπείρου (ΦΕΚ 971/Β΄/27.7.2001) έχει θεσμοθετηθεί καθεστώς προστασίας που αντιστοιχεί σε καταφύγιο άγριας ζωής, ενώ ο ρους του Αχέροντα έχει κηρυχθεί ως περιοχή Ιστορικού και Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους (ΦΕΚ 7/Β/13-1-1977).

Σύμφωνα με την εγκεκριμένη Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ) και την υπ’ αριθμ. 36427/09/17.9.09 ΚΥΑ, η περιοχή αυτή διακρίνεται «για τη μεγάλη βιολογική, οικολογική, αισθητική, επιστημονική, γεωμορφολογική, αναπτυξιακή και παιδαγωγική της αξία», ενώ αναφέρει ακόμα ότι στις εκβολές του ποταμού Αχέροντα εντοπίστηκαν χαρακτηριστικά, τα οποία καθιστούν την περιοχή αυτή μοναδική στη χώρα μας.

Συγκροτείται ένας τόπος μοναδικός λόγω της γεωμορφολογικής ιδιαιτερότητας της περιοχής (παράκτια πόλγη), η οποία επιτρέπει την ανάπτυξη φυτικών διαπλάσεων όπως τα αλόφυτα, και αποτελεί σημαντικό σταθμό ξεχειμωνιάσματος αποδημητικών πουλιών.

Στην ευρύτερη περιοχή επίσης γύρω από τον ποταμό Αχέροντα έχουν βρεθεί ίχνη της παρουσίας του ανθρώπου από την παλαιολιθική εποχή, ίσως και 40.000χρόνια πριν! Η περιοχή είναι γεμάτη αρχαίους μύθους και σύγχρονους θρύλους, ο πιο γνωστός για τις πύλες του Άδη. Όλη η περιοχή αποτελεί μνημείο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Οι σημαντικότερες επιπτώσεις από το έργο (σύμφωνα με την εγκεκριμένη ΜΠΕ) αφορούν στην αποστράγγιση του έλους Αμμουδιάς (λόγω υποβιβασμού της υπόγειας στάθμης του υφάλμυρου υδροφορέα) και ρύπανση των υδάτων από χημικά καλλιεργητικά μέσα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι μπορεί και να εξαφανιστεί ο ελώδης χαρακτήρας τους, με συνέπεια την εξαφάνιση των καλαμώνων αλλά και των διαπλάσεων αλοφύτων. Το υλοποιούμενο εγγειοβελτιωτικό έργο ενδέχεται να επηρεάσει τις πλημμυρικές συνθήκες στην περιοχή των υγροτόπων, καθώς και την αλατότητα του υπόγειου υδροφορέα, με αποτέλεσμα μείωση της έκτασης των καλαμώνων και των περιοχών τροφοληψίας και φωλιάσματος της ορνιθοπανίδας. Είναι προφανές ότι το έργο αποξήρανσης του δέλτα του Αχέροντα εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη σταθερότητα των υδάτινων οικοσυστημάτων και του συνολικού τροφικού πλέγματος. Η κατάρρευση και η συνολική ξήρανση, που είναι πολύ πιθανό αποτέλεσμα μίας λίγο πιο ξηρής χρονιάς σε ένα διαταραγμένο σύστημα, θα έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια προστατευόμενων ειδών και σημαντικών βιοκοινοτήτων, αλλά και την καταστροφή ενός τοπίου υπερτοπικής οικοτουριστικής και πολιτισμικής αξίας.

Παράλληλα παραβιάζεται βάναυσα η ευρωπαϊκή σύμβαση για το τοπίο που στοχεύει στην προώθηση της προστασίας, στη διαχείριση και το σχεδιασμό και έγινε πρόσφατα νόμος του κράτους. Η έννοια του τοπίου αποτελεί μία σύνθεση χώρων, ένα γενικό πλαίσιο ζωής, που μαρτυρεί την ιστορία και τις διαφορετικές προοπτικές σύμφωνα με την εποχή, τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και το πολιτισμικό σύστημα, ο χώρος που μας περιβάλλει, μία πολυδιάστατη οντότητα. Στην περίπτωση του Αχέροντα έχει μοναδική εφαρμογή και απαιτείται να εφαρμοσθεί η νομοθεσία για την προστασία του.

Τέλος, επειδή η υπ. Απόφαση Περιβαλλοντικών Όρων του έργου εκδόθηκε το 2000 (αρ.106709/22-3-2000), πρέπει να αναθεωρηθεί, διότι, σύμφωνα με το Άρθρο 7, παρ. 3, της υπ’ αριθμ. 36427/2009 ΚΥΑ, για «…έργα που βρίσκονται στο στάδιο της κατασκευής με βάση σύννομη άδεια ή έχουν δημοπρατηθεί … εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της παρούσας, οι αρμόδιες Υπηρεσίες σε συνεργασία και με τον Φορέα Διαχείρισης της περιοχής, θα πρέπει να ζητήσουν την υποβολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών για επανεξέταση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης των έργων, ώστε να κρίνουν ποια έργα αντίκεινται στον σκοπό προστασίας της περιοχής και πρέπει να επιβληθεί διακοπή της λειτουργίας τους ή δεν αντίκεινται και διατηρούνται με ή χωρίς επιβολή πρόσθετων όρων και προϋποθέσεων».

Επίσης, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα νέα δεδομένα που απορρέουν από τις αρμοδιότητες της λειτουργίας του Φορέα Διαχείρισης. Συγκεκριμένα:

  • μέχρι την οριστική έγκριση της ειδικής διαχειριστικής μελέτης η δραστηριότητα ασκείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, μετά από γνώμη του Φορέα Διαχείρισης,

  • για όλα τα επιτρεπόμενα έργα απαιτείται η γνωμοδότηση του Φορέα Διαχείρισης, εκτός αν ρητά προβλέπεται διαφορετικά στην ΚΥΑ,

  • για θέματα και προβλήματα που θα ανακύψουν κατά την εφαρμογή της ΚΥΑ (όροι, περιορισμοί κ.λπ.) θα αποφαίνεται ο Φορέας Διαχείρισης μετά από συνεργασία με τις καθ’ ύλη αρμόδιες υπηρεσίες.

Άρα, οφείλουμε να εξετάσουμε εναλλακτικές λύσεις, την επιβολή πρόσθετων όρων ή και τη ματαίωση του έργου, προκειμένου να περιορισθούν οι επιπτώσεις για το οικοσύστημα του υγροτόπου στο ελάχιστο δυνατό.

Προβάλλει επίσης επιτακτική η ανάγκη της έκδοσης Π.Δ. για το Σχέδιο Διαχείρισης της Περιοχής. Σύμφωνα με το Ν. 1650/1986: «Σκοπός των Σχεδίων Διαχείρισης είναι η εξειδίκευση τωνκατευθύνσεων και των προτεραιοτήτων για την εφαρμογή έργων, δράσεων και μέτρων για την αποτελεσματική προστασία και διαχείριση των κατά περίπτωση προστατευόμενων αντικειμένων στο πλαίσιο των γενικότερων όρων και προϋποθέσεων που προβλέπουν οι κανονιστικές πράξεις οι οποίες θεσμοθετούν το καθεστώς της προστασίας του περιβάλλοντος, τα όρια της προστατευόμενης έκτασης και τις τυχόν ζώνες προστασίας της». Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα μπορεί να επιβληθεί και η υποχρέωση σύνταξης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και για έργα ή δραστηριότητες που δεν περιλαμβάνονται στην πρώτη κατηγορία έργων και δραστηριοτήτων του άρθρου 3 του νόμου αυτού.

Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης, Αρκτούρος, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Καλλιστώ και WWF Ελλάς είναι αντίθετες στη εκτέλεση ενός αποστραγγιστικού έργου μεγάλης κλίμακας, σε μία διεθνώς προστατευόμενη περιοχή, σημαντικής οικολογικής, αισθητικής αλλά και οικονομικής αξίας, βάσει μίας ΜΠΕ με αμφίβολη επιστημονική τεκμηρίωση.Στην περιοχή απαιτείται μια νέα, συνολική μελέτη διαχείρισης των υδάτων, που θα λάβει υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες και τη μοναδικότητα του χώρου και θα στοχεύει όχι μόνο στην απόδοση εδαφών για καλλιέργεια ή οικιστική/τουριστική αξιοποίηση, αλλά στην αντιμετώπιση των σύνθετων προβλημάτων του ποτάμιου και εκβολικού συστήματος, όπως, για παράδειγμα, η σημαντική ρύπανση των υδάτων του Αχέροντα.

Ν. Γιαννούλης

Φυσικός – Περιβαλλοντολόγος (PhD, MSc)

Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής

Φορέα Διαχείρισης Καλαμά-Αχέροντα 

Advertisements