Μέσα απ’ αυτή τη μαύρη συμφορά και απαθλίωση, που ’χει ρίξει η απληστία του κεφαλαίου τα εκατομμύρια των εργαζομένων όλου του κόσμου, μέσα από τη Δαντική αυτή κόλαση της στρατιάς των πεινασμένων, προβάλλει μπροστά μας ολόρθη μ’ όλη της την ωμότητα η φρικτή τραγωδία των σκλάβων της Αλυκής. Παιδιά με χλομά μούτρα από τη στέρηση, γέροι με τρεμάμενα κορμιά και με κυρτωμένες πλάτες απ’ τη βαριά δουλειά τόσων χρόνων, γυναίκες αδύνατες και κουρελιάρικες άφησαν πέρα ’κεί ώρες και ώρες μακριά το φτωχικό σπιτικό τους, παράτησαν νηστικά και βρόμικα τα παιδιά τους, για να μπουν μέσα στην κόλαση της Αλυκής, για να χύσουν κόμπο κόμπο τον ιδρώτα τους, να στραγγίσουν και την τελευταία σταλιά απ’ το αίμα τους, για να κάμουν τι; Για να βγάλουν μέσα από την αρμύρα της θάλασσας το χρυσάφι να το στήσουν πυραμίδες, για να το πάρουν αύριο οι διευθυντές, υποδιευθυντές και κάθε λογής εργολάβοι, που δεν ίδρωσαν καθόλου, για να το εξαργυρώσουν με πολυτελείς κατοικίες, με τουαλέτες, με αρχοντικά γιομάτα και χορούς, και αυτοί οι φτωχοί δουλευτάδες να γυρίσουν με τσακισμένα κορμιά στο χωριό τους, χωρίς να δικαιούνται να πάρουν ένα πλοχέρι αλάτι να ρίξουν στα λάχανά τους.

Μια ματιά μέσα κι απ’ έξω στην Αλυκή είναι αρκετή να μας δώσει μια εικόνα του φρικτού δράματος. Από τα χαράματα μπαίνουν μέσα τα μπλούκια των καταδίκων, για να βγουν αργά τη νύχτα, όταν απλωθεί το σκοτάδι, για να ξαπλώσουν τα τσακισμένα τους κορμιά. Το γιόμα το περνάνε μ’ ένα κομμάτι ξερό ψωμί και λίγη ντομάτα, το βράδυ με δυο βρόμικες σαρδέλες. Πάνου στη δουλειά δέχονται όλους τους εξευτελισμούς των κάθε λογής εργολάβων, εκειό δε που κάνει πιο σκληρή τη ζωή τους μέσα στην Αλυκή και που σηκώνει και την τρίχα του πιο ασυνείδητου ανθρώπου είναι οι χυδαίες φράσεις με τις οποίες βρίζονται οι φτωχές χωριάτισσες. Και τα μεροκάματα; Δεν έφτανε το σύστημα της εκμετάλλευσης, που δούλευαν 12 ώρες αντί 8· τώρα η εταιρία επινόησε νέο σύστημα πιο μεγάλης εκμετάλλευσης, την κατ’ αποκοπήν δουλειά, κι έτσι δουλεύουν πιο σκληρά, 12 και 14 ώρες, χωρίς να κατορθώσουν να φτάσουν τις 40 δραχμές οι άντρες και τις 20 οι γυναίκες. Αυτά για όσους δουλεύουν. Μα κι αυτές οι στρατιές των πεινασμένων, που γυρίζουν έξω στους δρόμους νηστικές και κουρελιασμένες να παρακαλούν τον κάθε αφέντη καινοματαρχίσκο να τους δώσει ένα γράμμα, για να πιάσουν δουλειά; Τους είδατε, τους προσέξατε· μονάχα σκιές ανθρώπων είναι. Οι αρμόδιες Αρχές τι κάνουν; Πώς δεν αρπάζουν τις βδέλλες αυτές του φτωχού εργάτη, για να τους κάτσουν στο σκαμνί; Γιατί δεν επιβάλλουν στην εταιρία την κατάργηση της κατ’ αποκοπήν δουλειάς και την εφαρμογή του 8ωρου, νόμου ψηφισμένου από το ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ, για να μπορούν και οι υπόλοιποι εργάτες να πιάσουν δουλειά; Γιατί δεν κανονίζουν τα μεροκάματα που πρέπει η Εταιρία να πληρώσει στους εργάτες, για να μπορέσουν κι αυτοί να ζήσουν;

Ή μήπως οι εργαζόμενοι δεν έχουν δικαιώματα στη ζωή; Πώς φεύγουν στα γογγυτά των πεινασμένων, σφαλίζουν τα μάτια τους στη γύμνια και στο ξεψύχισμα των σκλάβων στους δρόμους; Και πότε βλέπουν και πότε ακούν; Όταν οι σκλάβοι πάρουν το θάρρος και ζητήσουν με τον όρκο τους να πάρουν το κλεμμένο τους ψωμί(!) Τότες, τότες κινούνται, όχι βέβαια για να τους βοηθήσουν, όχι για να τους δώσουν το ψωμί τους, αλλά για να τους δώσουν καυτό μολύβι, γιατί είχαν το θάρρος και την αναίδεια να “σηκώσουν κεφάλι” στον αφέντη!

Μα, αν η Εταιρία, αν οι Αρχές δεν ενδιαφέρονται για τη ζωή αυτών των ανθρώπων, έχουμε ιερή υποχρέωση εμείς οι εργάτες, οι φτωχοί επαγγελματίες και ο κάθε τίμιος άνθρωπος να κινηθούμε, να τους βοηθήσουμε στον σκληρό τους αγώνα για το ψωμί, γιατί όχι μονάχα η ζωή τους είναι και ζωή δική μας, όχι μονάχα ο αγώνας τους είναι και αγώνας δικός μας, αλλά και από ανθρωπιστικής άποψης έχουμε υποχρέωση να τους βοηθήσουμε. Είναι κι αυτοί άνθρωποι! Δικαιούνται κι αυτοί μια θέση κάτω από τον ήλιο!

Γιώργος Καλαφάτης

ΛΕΥΚΑΣ, φ. 84/10 Σεπτ. 1933

Γεώργιος Καλαφάτης: O πατέρας του Θανάση Καλαφάτη, καθηγητή του πανεπιστήμιου του Πειραιά, προέδρου της ΕΜΙΑΝ (Εταιρείας Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας) και υποψηφίου του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ Λευκάδας τον περασμένο Μάιο.

Ήταν δημοτικής μορφώσεως και τσαγκάρης στο επάγγελμα. Μέλος του ΚΚΕ, σκοτώθηκε στη Λευκάδα κατά τον εμφύλιο.

Εντυπωσιάζει η δύναμη και η αρτιότητα του λόγου του, η ευαισθησία και η εναντίωσή του στον ανθρώπινο πόνο.

Ένα κείμενο που γράφτηκε το 1933 και το διέσωσε ο φιλόλογος Γεράσιμος Αραβανής από μια φθαρμένη εφημερίδα της εποχής, που βρίσκεται στη Χαραμόγλειο Βιβλιοθήκη της Λευκάδας.

Ο ΘΕΡΣΙΤΗΣ

Advertisements