Μόνος. Έν’ άδειο απέραντο τριγύρω μου,

και μιας πολέμιας χλαλοής ασώπαστη η φοβέρα.

Κι όταν εκείνη κατακάθεται,

μόνος· θανάσιμη σιωπή παγώνει πέρα ώς πέρα.

Μόνος. Μ’ αρνήθηκαν οι σύντροφοι,

κι από το πλάι μου γνωστικά τ’ αδέρφια τραβηχτήκαν.

Μ’ έδειξε κάποιος. –Να τος!– Καταπάνω μου

γυναίκες, άντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιά ριχτήκαν.

Advertisements