(ένα παραμύθι)

 Μια φορά κι ένα καιρό, τα πολύ παλιά χρόνια, ζούσανε δυο αδέρφια, ο Ήμερος κι ο Θάνατος.

Ο Ήμερος ήταν πολύ δυνατός και ήρεμος. Ο Θάνατος ήταν πολύ αδύνατος και νευρικός. Τους άρεσε η εργασία κι έτσι έδιωχναν το κακό.

Ο Θάνατος πίστευε ότι ποτέ του δεν θα πεθάνει και θα ζει για πάντα. Ο Ήμερος πίστευε ότι η ζωή του είναι μικρή, τόσο μικρή που θα πεθάνει την επόμενη μέρα.

Τα δυο αδέρφια ήταν πολύ αγαπημένα. Τόσο αγαπημένα που ο Ήμερος γελούσε συνέχεια, ο Θάνατος θύμωνε και ορμούσε να τον χτυπησει. Ο Ήμερος άνοιγε τη μεγάλη του αγκαλιά και τον έσφιγγε δυνατά μέσα της. Ο άλλος φώναζε, τσίριζε και στο τέλος, ήρεμος, γελούσε κι αυτός βροντερά μαζί του. Του άρεσε πολύ αυτή η αγκαλιά, γι’ αυτό και θύμωνε συχνά.

Στον Ήμερο άρεσε ν’ ανακαλύπτει συνέχεια καινούργια πράγματα. Στην αρχή έμαθε να πελεκάει την πέτρα, μ’ αυτή έφτιαξε πολλά εργαλεία και αργότερα σπίτια για τη φυλή του. Του άρεσε να ταξιδεύει σε νέους τόπους για να βλέπει εικόνες, δεν σταματούσε ποτέ και πουθενά. Γιατί πίστευε ότι κάθε μέρα που ζούσε ήταν η τελευταία του.

Έβγαλε τη φυλή του από τις σπηλιές και τους πήγε κοντά σε τρεχούμενο νερό. Έκλεψε τη φωτιά μέσα από την βροχή. Έμαθε να εξημερώνει τα άγρια ζώα, πρώτα το σκύλο, αν και ποτέ δεν κυνηγούσε. Μετά το άλογο, για να τον βοηθάει στα ταξίδια του. Λένε ακόμη ότι είχε κάνει φίλη του την άγρια αρκούδα, κάποιοι τον είδαν να χορεύει μαζί της. Του άρεσε να ψάχνει τη Γη να κάνει ήμερα τα άγρια φυτά. Αυτά του δίνανε χυμούς, φρούτα, αρώματα, φάρμακα και λίγα χρώματα. Ανακάλυψε το σταφύλι, το κρασί κι έτσι βρήκε το γέλιο. Μετά με ξύλα και μέταλλα τη μουσική, τέλος το χορό.

Όλα τα έδειχνε στη φυλή του, αλλά πιο πολύ στον αδερφό του. Πάντα μόνος και μ’ όλους φίλος. Δεν μάζευε, δεν κουβάλαγε ποτέ του τίποτα, όλα τα έδινε στους άλλους. Γιατί, όπως έλεγε, “κάθε μέρα, τελευταία μέρα”.

Τέλος, τον τροχό ανακάλυψε, τους αριθμούς και τα γράμματα, αν και αυτά τα έδωσε γρήγορα στον αδερφό του. Μονάχα ο τροχός του άρεσε, μ’ αυτόν έφτιαξε το κάρο, αργότερα μηχανές πολύπλοκες, παράξενες, που λίγοι γνώριζαν πώς δουλεύουν.

Από τότε το μυαλό του σκάλωσε μέσα σε τροχούς, γρανάζια και ιμάντες. Δεν θέλησε ποτέ του να φύγει από ’κεί. Μ’ αυτές μπορούσε να σηκώσει ψηλά την π πιο μεγάλη πέτρα, έτσι άρχισε να χτίζει στην αρχή μικρά και στη συνέχεια μεγάλα σπίτια. Του άρεσε να τα χτίζει, όχι να τα κατοικεί, κοιμότανε έξω, στη φύση, παρέα με τ’ αστέρια.

Έχτισε το μεγαλύτερο ναό μέσα στην πολιτεία και τον χάρισε στον αδερφό του. Εκείνος χάρηκε πολύ, στην αρχή έκανε τον ιερέα της φυλής του και σιγά-σιγά έγινε ο θεός τους, ο μόνος θεός. Καμιά θυσία πια δεν κάνανε στους παλιούς θεούς. Με τα χρόνια τους ξεχάσανε.

Ο Θάνατος ζούσε την κάθε μέρα σαν να ήταν η πρώτη μέρα της ζωής του. “Κάθε μέρα, καινούργια μέρα”, έλεγε. Του αρέσανε τα γράμματα, αλλά πιο πολύ οι αριθμοί, που του είχε χαρίσει ο αδερφός του. Όλη μέρα μοχθούσε να συγκεντρώνει αγαθά. Δεν έδινε – δεν έπαιρνε χωρίς αντάλλαγμα. Του αρέσανε πολύ τα ταξίδια, για να κουβαλά ακόμη περισσότερα.

Για όλους ο Θάνατος έγινε ο θεός τους. Όλοι οι πιστοί γύρω του και ο Θάνατος πάντα μόνος περπατούσε μέσα στον τεράστιο ναό του. Αυτό εξόργισε τους παλιούς θεούς και στείλανε άγρια φυλή να τους χαλάσει την πολιτεία και το ναό τους.

Φύγανε τρομαγμένοι μακριά από τα τρεχούμενα νερά και τις πηγές, γιατί ποτέ δεν πολεμούσαν, αυτό ο Ήμερος είχε ξεχάσει να τους το μάθει. Οι θεοί τους κυνηγήσανε και μέχρι σήμερα τους κυνηγούν.

Το ίδιο βράδυ οι παλιοί θεοί συνεδριάσανε και βρήκανε πως φταίει ο Ήμερος με τις εφευρέσεις του. Συμφώνησαν όλοι τους την επόμενη μέρα να τον σκοτώσουν.

Η μάνα Γη, που τόσο πολύ τον αγαπούσε, τον συμβούλεψε ν’ ανεβεί πιο ψηλά από το χωριό που μόλις είχαν στήσει, να σκάψει βαθιά σε μια λεκάνη της, για να βρει νερό που έψαχνε. Όλο το βράδυ έσκαβε. Άνοιξε η Γη τη μεγάλη ζεστή αγκαλιά της και μέσα της τον έκρυψε. Κανένας δεν είδε τίποτε, ούτε ο Ήλιος που όλα τα βλέπει. Μόνο ο άνεμος, παντοτινός φίλος της Γης, έφερε άσπρα σύννεφα, έκρυψε τ’ αστέρια και τη Σελήνη. Τον σκέπασε με χιόνι και βροχή, κανείς να μη τον βρει.

Την άλλη μέρα οι θεοί ψάξανε, ρωτήσανε, δεν τον βρήκαν πουθενά. Τέλος, είπαν όλοι μαζί: “Τέλειωσε η μέρα, πέθανε”.

Ο αδερφός του έφυγε από τη φυλή του, κατέβηκε χαμηλά για να τον βρει. Η φυλή έχασε το θεό της και ψάχνουν ακόμη να τον βρουν. Σκόρπισε σ’ ολόκληρη τη Γη. Γύφτους τους λένε, υπάρχουν ώς σήμερα γύρω μας και ψάχνουν στον χρόνο και τον χώρο, ακόμη και στα σκουπίδια για το θεό τους. Δεν ζούνε πολύ, τους αρέσει πολύ η μουσική και ο χορός. Δεν έχουνε ναούς. Δεν πολεμήσανε ποτέ και, όταν άγριες φυλές τους κυνηγούν, πάντα φεύγουν και ταξιδεύουνε παντού. Ξεχάσανε γράμματα και αριθμούς, τα παιδιά δεν πηγαίνουν σχολείο, χορεύουν, τσακώνονται για αγκαλιές και παίζουν όλη μέρα. Άλλοι ζούνε σκάβοντας τη Γη, άλλοι κάνοντας μικρό εμπόριο κι άλλοι ερμηνεύοντας θεούς ξένους, που ποτέ τους δεν πιστέψανε στον άνθρωπο και το παιδί. Γιατί οι θεοί πιστεύουν πάντα άλλους, δυνατότερους θεούς.

Ο Θάνατος συνέχισε να ψάχνει τον αδερφό του. Γύρισε σχεδόν ολόκληρη τη Γη. Ξυπόλητος, διψασμένος, δεν άφηνε κανένα δάκρυ του να πέσει στη Γη· τα έπινε όλα, μ’ αυτά ζούσε πλέον και με τη δροσιά της μαύρης νύχτας. Δεν ήθελε τίποτε απ’ όσα ήχε συγκεντρώσει, μοναχά τον αδερφό του. Είχε νικήσει το χώρο και τον χρόνο, μόνο την αγάπη δεν μπορούσε να νικήσει, κι ας ήτανε θεός! Απόκαμε. Ήθελε να πεθάνει.

Οι θεοί τον λυπηθήκανε και τον κάνανε ένα μεγάλο φυτό. Μοναχά ένα γράμμα του χαρίσανε, κι αυτό απ’ την αρχή, κανένα από το τέλος: το Αα. Του είπαν: “Θα πεθάνεις, όταν τα άνθη σου γίνουν σπόρια και πέσουνε στη Γη”. Αθάνατος είναι το όνομά του και φυτρώνει χαμηλά, σχεδόν σ’ ολόκληρη τη Γη. Ζει πάντα διψασμένος, μόνο με τη δροσιά της νύχτας. Τα δάκρυα του δεν στάζουνε ποτέ. Γίνονται αγκάθια σκληρά στις άκρες του. Κάθε δέκα χρόνια έχει ανθούς, οι άνθρωποι τότε τρέχουν και τους κόβουν για να τους κάνουν γιατρικό για τις πληγές και τις αρρώστιες τους. Έτσι, ο Θάνατος από τότε είναι Αθάνατος.

Λιώσανε τα χιόνια. Η μάνα Γη έκανε τον Ήμερο ένα μικρό φυτό. Τα άνθη του είναι κίτρινα και ζούνε μόνο μια μέρα. Ορμάνε τα άγρια χόρτα γρήγορα πάνω του και ο Ήμερος από τότε γίνεται τροφή για τα πρώτα αγρία λουλούδια. Αυτά τα λουλούδια, όσο άγρια κι’ αν είναι, έχουν μέσα τους, αν ψάξεις, και λίγο Ήμερο. Δυο γράμματα μόνο του χάρισε η Γη. Το ένα κοντά από την αρχή, το Εε, και το άλλο κοντά από το τέλος: Φφ. Εφήμερος είναι το όνομά του και φυτρώνει ψηλά. Από τότε τα δυο αδέρφια δεν συναντηθήκανε ποτέ. Τα άνθη του εφήμερα τα λένε.

ΤΕΛΟΣ

Κώστας Καλύβας

Advertisements