Γίνεται πολύς λόγος για την πατρίδα αυτό τον καιρό.

Απ’ τη μια μεριά το κεφάλαιο, ελληνικό και διεθνές, διά των πολιτικών εκπροσώπων του, ελλήνων και ξένων, επιχειρεί να εξασφαλίσει τη συναίνεση του κόσμου τής εργασίας στον “εθνικό” στόχο τής εφαρμογής των “μνημονίων”, ώστε να ανεχθεί την “πολιτική θυσιών” –δηλαδή τον πόλεμο, που έχει εξαπολύσει εναντίον του– ως μονόδρομο για τη “σωτηρία τής πατρίδας”. Έχουμε να κάνουμε, δηλαδή, μ’ ένα ολόκληρο σύστημα σε βαθειά κρίση, που επιχειρεί, καθώς γράφει η Πανελλαδική Συντονιστική Επιτροπή τού Συ.Ριζ.Α. στην ανακοίνωσή της τής 6-11-2011, «να βαφτίσει “εθνική σωτηρία” τη δική του σωτηρία», οδηγώντας στην εξαθλίωση τις υποτελείς τάξεις.

Απ’ την άλλη ένα σημαντικό μέρος τής αριστεράς –και μάλιστα της ριζοσπαστικής– πιστεύει πως η πατρίδα δέχεται εχθρική επίθεση από το εξωτερικό, ότι της έχει επιβληθεί ένα είδος κατοχής –“νέα” κατοχή την αποκαλούν κάποιοι– κι ότι, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, επιβάλλεται να σφυρηλατηθεί ανεξαρτήτως ιδεολογίας και χωρίς ταξικές αναφορές μια “εθνική λαϊκή ενότητα”, ένα “νέο Ε.Α.Μ.”, που θα αντιμετωπίσει την έξωθεν απειλή.

Το “Φόρουμ”, με άρθρα τής σύνταξής του –κι όχι μόνο– έχει πάρει θέση γι’ αυτά τα ζητήματα. Διαλέξαμε να αναδημοσιεύουμε εδώ αποσπάσματα άρθρων τριών έγκυρων σχολιαστών, που στηρίζουν τη θέση μας: του Ευτύχη Μπιτσάκη, ομότιμου καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, μέλους τού Ν.Α.Ρ.· του Παντελή Μπουκάλα, ποιητή, δοκιμιογράφου και κριτικού· και του Μπάμπη Γεωργούλα, πολιτικού αναλυτή και αρθρογράφου τής “Εποχής”.

Μ.Μ.

 Από το άρθρο τού Χ. Γεωργούλα “Για τη σωτηρία της χώρας…” (“Η Εποχή”, 7-1-2012).

«Για μένα κόκκινη γραμμή είναι η σωτηρία της χώρας»… Τι ήθελε άραγε να πει μ’ αυτό ο κ. Παπαδήμος;

Η δήλωσή του, αν τη δούμε μέσα στα συμφραζόμενα, είναι πρώτα απ’ όλα μια δήλωση απόρριψης της τακτικής των “κόκκινων γραμμών”. Απορρίπτει αυτή τη λογική και στη θέση της βάζει μια υπέρτατη αρχή, την κόκκινη γραμμή των κόκκινων γραμμών, τη “σωτηρία της χώρας” (είναι εκπληκτικό, πάντως, με πόση ευκολία οι θεωρούμενοι, λόγω καταγωγής, εραστές της αθηναϊκής δημοκρατίας καταφεύγουν στις αντιδημοκρατικές επινοήσεις των ρωμαϊκών χρόνων: salus patriae suprema lex, που αποτελούν πρόδρομο των σύγχρονων δικτατοριών).

Εκ πρώτης όψεως, η στάση αυτή φαντάζει υπερκομματική και πατριωτική, στάση ηρωική, θα λέγαμε, καθώς προτάσσει τα στήθη της απέναντι σ’ έναν υπέρτερο εχθρό, συνήθως “εξωτερικό”, έστω παραβλέποντας κάποιες τρέχουσες ανάγκες και απαιτήσεις του απλού λαού (που συνήθως δεν αντιλαμβάνεται τους μέγιστους κινδύνους…)

Επειδή γνωρίζουμε, όμως, εκ πείρας πικροτάτης ότι ο υπέρ σωτηρίας της χώρας λόγος είναι συνήθως συγκαλυπτικός άλλων επιδιώξεων, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι η επίκληση της μίας και μοναδικής κόκκινης γραμμής συνιστά απαγόρευση προβολής οποιασδήποτε άλλης, “υποδεέστερης” κόκκινης γραμμής.

Με άλλα λόγια, η επίκληση της σωτηρίας της χώρας δεν γίνεται με αναφορά στην ισότητα όλων έναντι του κοινού κινδύνου, αλλά με τη διαβεβαίωση ότι οι διακρίσεις ανάμεσα στους κυρίαρχους και τους υποτελείς αποτελούν προϋπόθεση για τη σωτηρία της χώρας (τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο, δηλαδή, από εκείνο το τραγουδάκι, που μας συνιστούσε «μη μιλάς, μη γελάς, κινδυνεύει η Ελλάς» –με όσο στόμφο κι αν εκφέρεται ο πρωθυπουργικός λόγος).

Από το άρθρο τού Παντελή Μπουκάλα “Αναζητώντας τη χαμένη ισομοιρία” (“Τέχνες & Γράμματα”, ένθετο στην “Καθημερινή”, 7/8-1-2012)

Προφανώς και δεν αφορούν τους πάντες οι θυσίες αυτές. Το ξέραμε από παλιά, το βλέπουμε και τώρα. Μπορεί ο πολιτικός (ή μάλλον ο κομματικός) λόγος να εμφανίζεται όλο και περισσότερο πατριδοκεντρικός («κινδυνεύει η πατρίδα», «να σώσουμε την πατρίδα», «μας καλεί η πατρίδα»), αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα κόμματα αποκήρυξαν τα ιδεολογικά τους γνωρίσματα, αυτά που τα τάσσουν στο πλευρό των μεν κοινωνικών στρωμάτων και τα θέτουν αντίπαλα στα δε. Η πατρίδα, κι αυτό το ξέραμε αλλά το βλέπουμε και τώρα, δεν ήταν και δεν είναι ποτέ μία. Ακόμα και στους μείζονες εθνικούς κινδύνους, και στους κορυφαίους εθνικούς αγώνες ούτε όλοι κινδύνευαν, ούτε όλοι πολεμούσαν. Η “πανεθνική ενότητα” είναι ένα μύθευμα που έρχεται πάντοτε εκ των υστέρων για να καλύψει τους απόντες και τους τρέσαντες. Κάπως έτσι γεμίσαμε αντιστασιακούς είτε μετά τον πόλεμο κατά των Γερμανών είτε μετά τη χουντική επταετία. Όσοι, λοιπόν, αυτόκλητοι κήνσορες εγκαλούν τους υπολοίπους καταλογίζοντάς τους μειωμένο ή κοιμώμενο πατριωτισμό, ας κάνουν τον κόπο να συνυπολογίσουν το εξής απλό: Όπως η πατρίδα δεν είναι μία (αφού αλλιώς την εννοεί ο καθένας, άρα και αλλιώς την υπηρετεί ή την εκμεταλλεύεται), έτσι και ο πατριωτισμός δεν είναι ένας και μοναδικός, με το ίδιο πάντοτε περιεχόμενο.

Είναι άλλωστε ιστορικά μαρτυρημένο ότι οι υπερπατριώτες, όσοι ξοδεύουν σε πανηγυρικούς τα επιπόλαια έτσι κι αλλιώς αισθήματά τους, είναι συνήθως οι ευνοημένοι της πατρίδας και οι στυγνοί εκμεταλλευτές του πατριωτισμού. Δεν χρειάζεται να μιλήσει κανείς εδώ για τους μαυραγορίτες της Κατοχής, που αφού λευκάνθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από το μεταπολεμικό καθεστώς, ανέβηκαν ταχύτατα στα υψηλά της κοινωνικής κλίμακας, χάρη και στην περιουσία που είχαν σχηματίσει αδικώντας, κατέκτησαν πόστα (ή απλώς τα αγόρασαν) και, σιγουρεμένοι πια, βάλθηκαν να διδάσκουν πατριωτισμό σε όσους είχαν όντως πονέσει και ματώσει για τη δόλια την πατρίδα.

Από το άρθρο τού Ευτύχη Μπιτσάκη “Για έναν διεθνικό πατριωτισμό” (“Η Αυγή”, 1-1-2012)

Και η Ελλάδα; Εκποιείται. Η γη, ο δημόσιος τομέας της οικονομίας, ο ορυκτός πλούτος και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές, στο πλαίσιο ενός νεο-αποικιακού πειράματος. Αλλά η εκποίηση προκαλεί νέες συνειδησιακές διεργασίες. Πολλοί μιλούν για νέα κατοχή και για νέο ΕΑΜ. Άλλοι γίνονται φορείς εθνικιστικών και ρατσιστικών ιδεολογιών. Αλλά: «αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις». Κανείς ξένος στρατός δεν έχει εισβάλει στην Ελλάδα. Δεν έχουμε ούτε κατοχή ούτε νέα κατοχή. Όπως ξανάγραψα, κανείς Άρης δεν θα κηρύξει την επανάσταση στα ελληνικά βουνά. Σήμερα έχουμε μια ιδιότυπη οικονομικο-πολιτική κατοχή, επιλογή της κυρίαρχης τάξης μας. Κατά συνέπειαν ο αγώνας εναντίον της νέας χούντας και των επικυρίαρχων είναι σήμερα βασικά ταξικός: αντικαπιταλιστικός και αντιιμπεριαλιστικός.

Και το εθνικό; Το πατριωτικό; Πριν απαντήσουμε, ας θέσουμε το ερώτημα: Τι σημαίνει πατρίδα; Πατρίδα είναι η γη, οι πλουτοπαραγωγικές πηγές, προπαντός οι άνθρωποι, οι επιστημονικές και τεχνολογικές κατακτήσεις, ο λαϊκός πολιτισμός, οι βιώσιμες πολιτιστικές μορφές που δημιούργησε η αστική τάξη. Όλα αυτά εκποιούνται σήμερα.

Η αριστερά είναι εξ ορισμού πατριωτική. Ένας αριστερός πατριωτισμός θα έχει σήμερα ως περιεχόμενο την υπεράσπιση της πατρίδας, με την ευρύτατη έννοια. Αλλά ένας τέτοιος πατριωτισμός, στοιχείο της μαρξιστικής ιδεολογίας, είναι, εξ ορισμού, διεθνιστικός. Επιστρέφουμε λοιπόν στο πρόβλημα της Ευρώπης: Έξω από την Ε.Ε., επιστροφή στο έθνος – κράτος; Ή αγώνας του ελληνικού λαού σε συντονισμό με το εργατικό και το κομμουνιστικό κίνημα του ευρωπαϊκού προλεταριάτου, για την Ευρώπη των ενωμένων σοσιαλιστικών δημοκρατιών;

Ουτοπία; Πιθανόν. Αλλά η ουτοπία του σήμερα (το μη εισέτι ον) μπορεί να γίνει ο τόπος της συναδέλφωσης των λαών της Ευρώπης. Εδώ βρίσκεται και η ιστορική ευθύνη και της δικής μας αριστεράς, η οποία, πολυδιασπασμένη και χωρίς στρατηγική, συνεχίζει τον αδιέξοδο εμφύλιο.

Από το άρθρο τού Χ. Γεωργούλα “Αντιμέτωποι με τις προβλέψεις μας” (“Η Εποχή”, 12-2-2012)

Το άλλο υποκατάστατο που αναζητείται, είναι η λανθασμένη μετάφραση της σημερινής πολύπλοκης πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά συγκυρίας σε “εθνική κατοχή”, “εθνική απειλή” με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Είναι μια εύκολη διέξοδος από μια δύσκολη κατάσταση. Αν ο στόχος ήταν η αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας που έχει αναιρέσει μια εξωτερική δύναμη, τότε τα πράγματα θα ήταν απλά: όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, συσπειρώνονται για την επίτευξη του κοινού εθνικού στόχου.

Μόνο που ο στόχος σήμερα, κατά κοινή ομολογία, είναι η ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής (και του πολιτικού και κοινωνικού συσχετισμού που την αποδέχεται, την επιβάλλει και τη στηρίζει). Πράγμα που σημαίνει ότι στη θέση της χρειάζεται μια άλλη πολιτική πρόταση, στηριγμένη σε μια συγκεκριμένη πολιτική-κοινωνική σύμπτωση ικανή να την υποστηρίζει και να την εφαρμόσει. Συνεπώς, δεν απευθύνεται στους πάντες, αλλά στην πολύ συγκεκριμένη μεγάλη πλειοψηφία των λαϊκών τάξεων και στο φάσμα των πολιτικών δυνάμεων που αναφέρονται σ’ αυτές (μισθωτή εργασία, αυτοαπασχόληση, μικρή και πολύ μικρή επιχειρηματικότητα, χαμηλά εισοδηματικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, φτωχή και μεσαία αγροτιά…)

Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι μια, ψευδεπίγραφη εν πολλοίς, εθνική, πατριωτική πανστρατιά, αλλά μια ευρύτατη συμμαχία πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων με σαφή προοπτική και συνείδηση της συνέχειας πέρα και μετά από την απόρριψη της –νομιζόμενης έστω– επιβολής κατά της εθνικής κυριαρχίας (που στην πραγματικότητα είναι αναίρεση της λαϊκής κυριαρχίας). Το ότι αυτό δεν είναι κοινή συνείδηση, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ήδη διαθέτουμε τέσσερα (για την ώρα…) “μέτωπα” διαφόρων αποχρώσεων, αλλά ούτε μια πραγματική συζήτηση για το αναγκαίο μέτωπο πολιτικών δυνάμεων.

Advertisements