Του Γιάννη Ρέντζου

 

Να προειδοποιήσουμε τον αναγνώστη μας πως ο ιδεολογικά βαρύγδουπος τίτλος του σημειώματός μας δεν παραπέμπει σε ανάλυση του ζητήματος που υπονοεί, αλλά τον χρησιμοποιούμε γιατί σε μερικούς αναγνώστες μπορεί να τέθηκε το δίλημμα που εκφράζει αυτός. Και μάλιστα σε σχέση με το “καλώς έχειν” της λειτουργίας ενός ιατρείου “κοινωνικής αλληλεγγύης” από ένα φορέα και πολλούς δημότες, που γενικά υποτίθεται πως ευαγγελίζονται μια άλλη κοινωνία χωρίς χορηγούς και φιλανθρώπους του “φαίνεσθαι. Θα δούμε μερικά πράγματα πιο κάτω.

Η ευκαιρία δίνεται στο πλαίσιο της πρότασης που έκανε η δημοτική αρχή (θέμα 30 της συνεδρίασης της 20ής Φεβρουαρίου 2012) για ίδρυση κοινωνικού παντοπωλείου, «μέσα από την λειτουργία του οποίου θα γίνει προσπάθεια ενίσχυσης των οικονομικά αδυνάτων πολιτών μας». Όπως προτείνεται, το «κοινωνικό παντοπωλείο θα στεγαστεί σε χώρο κατάλληλο που θα επιλεγεί μετά από έρευνα και θα παρέχει στους δικαιούχους τυποποιημένα τρόφιμα, είδη βρεφανάπτυξης, είδη υγιεινής, καθαριότητας, ρουχισμό» και άλλα. Εξάλλου, σε σχέση με τις προμήθειες των προϊόντων, αναμένεται ότι θα γίνουν από χρηματικές δωρεές δημοτών που μπορούν να καταθέτουν στον λογαριασμό «Α΄ Κοινωνικών Βοηθειών» 448/540496-71 της Εθνικής Τράπεζας, ή από δωρεές προϊόντων που θα δίνουν συμπολίτες, προμηθευτές και σύλλογοι.

Αυτά διαλαμβάνονται στη σχετική εισήγηση για το θέμα. Εξάλλου είναι γνωστό πως ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (N. 3463/2006 – ΦΕΚ Α΄ 114/30.6.2006, άρθρο 202 § 2) προβλέπει “επιχορηγήσεις και βοηθήματα” που, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, επιτρέπεται να χορηγούνται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, καθώς και για την αντιμετώπιση έκτακτης και σοβαρής ανάγκης, στους οικονομικά αδύνατους κατοίκους και στους πολύτεκνους. Στα βοηθήματα περιλαμβάνονται είδη διαβίωσης και μάλιστα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης. Είναι φανερό λοιπόν πως και η δράση του δικού μας “κοινωνικού ιατρείου” προβλέπεται από το νόμο, αρκεί ο Δήμος να αντιμετωπίσει το ζήτημα, σε επόμενες φάσεις, με τη σχετική σοβαρότητα. Το “δικού μας” εννοεί όλους εκείνους που πιστέψαμε στην αξία μιας τέτοιας δράσης, που μας ξεχωρίζει από τις κοινωνικές δυνάμεις που κρατούν την Πρέβεζα σε μόνιμη κοινωνική στασιμότητα. Να πούμε πάντως εδώ πως, όπως μας πληροφόρησε ο συμπολίτης μας Γ. Κούρτης, τ. Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η “διευκολυντική” διάταξη για κοινωνική παρέμβαση των δήμων οφείλεται σε αυτόν.

Εκτός βέβαια από το κοινωνικό ιατρείο, η Δημοτική Παράταξη “Δημόσιος Χώρος Πρέβεζα – Λούρος – Ζάλογγο” διερεύνησε τη δυνατότητα για λειτουργία κοινωνικής ιματιοθήκης και σχολικών εστιατορίων. Η κοινωνική ιματιοθήκη μάς προτάθηκε από φίλους και, τον τελευταίο καιρό, αναζητήσαμε χώρο παραλαβής και διανομής ρουχισμού. Υπάρχουν βέβαια αρκετοί διαθέσιμοι χώροι (δυστυχώς από κεντρικά ξενοίκιαστα καταστήματα), αλλά δεν ξέρουμε να έγινε καμιά σχετική κοινωνική πρόταση που να προέρχεται από την πλευρά αυτή.

Και το θέμα των σχολικών εστιατορίων μας απασχόλησε ιδιαίτερα ήδη από πέρσι το Πάσχα, πριν μάλιστα αρχίσουν να διαδίδονται πληροφορίες για πεινασμένα και μισολιπόθυμα σχολιαρόπαιδα, με δημοσίευση και ανάρτηση στο ιστολόγιο του “Δημόσιου Χώρου” και άλλα blogs που μας φιλοξένησαν. Το ζήτημα συνδέεται γενικότερα με τη λειτουργία και τα ωρολόγια προγράμματα του σχολείου και του φροντιστηρίου και τις εργασιακές συνθήκες στην πόλη. Δηλαδή, όπως σε άλλες χώρες και πόλεις, τα παιδιά μπορούν να τρώνε στο σχολικό εστιατόριο, ενώ οι γονείς σιτίζονται στο εστιατόριο του χώρου εργασίας. Όπως για τα παιδιά στο σχολείο, έτσι και για τις επιχειρήσεις με πολυπρόσωπη δομή μπορεί να σχεδιαστεί εστιατόριο προσωπικού. Σε πολλές χώρες και πόλεις του εξωτερικού υπάρχει πρόβλεψη και για εργαζόμενους σε ολιγομελείς επιχειρήσεις (και ανέργους) με σίτιση σε εξωτερικά συμβεβλημένα εστιατόρια.

 

Πανομοιότυπο του εξώφυλλου από αντίτυπο που βρίσκεται στα χέρια του συγγραφέα του άρθρου

Η ίδρυση και λειτουργία ενός “κοινωνικού εστιατορίου” ή “δημοτικού εστιατορίου” είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, μια θεσμική πρόταση που πρέπει να δοκιμαστεί και να διευρυνθεί. Εννοούμε ένα ή περισσότερα συμβεβλημένα εστιατόρια με ηλεγμένα εδέσματα, με τριπλό τιμολογιακό καθεστώς 1) απαλλαγής για τους ανέργους, 2) εργατικού “κουπονιού” και 3) κανονικής πληρωμής. Για όσους εργάζονται σε επιχειρήσεις με ολιγάριθμο προσωπικό, θα υπάρχει τριμερής συμφωνία σίτισης μεταξύ εργοδότη, εργαζομένων και επιχειρήσεων σίτισης για συμπερίληψη του μεσημεριανού φαγητού στο ημερομίσθιο και χρήση κουπονιών γεύματος που μπορούν να χρησιμοποιούνται σε οποιοδήποτε συμβεβλημένο εστιατόριο της πόλης και της δημοτικής υπαίθρου.

Θυμάμαι ως εργαζόμενος στο Λουξεμβούργο, όπου η πολυπρόσωπη υπηρεσία μας είχε μεγάλα εστιατόρια προσωπικού με χαμηλές τιμές, μερικές φορές πηγαίναμε με συναδέλφους στο ιταλικό “εργατικό κοινωνικό εστιατόριο”, όπου, ως εξωτερικοί πελάτες, πληρώναμε τη χαμηλή κανονική τιμή του και γευόμαστε γνήσια ιταλική κουζίνα. Εκεί επέλεγαν να σιτίζονται, μερικές μέρες την εβδομάδα, και εργάτες ή υπάλληλοι μικρών επιχειρήσεων δίνοντας το κουπόνι τους. Έρχονταν επίσης και δικαιούχοι δωρεάν σίτισης.

Μας δίνεται εδώ ακριβώς η ευκαιρία να πούμε, σε αναφορά και με τον τίτλο του σημειώματός μας, πως, σε σχέση με το σχολικό εστιατόριο, το κοινωνικό παντοπωλείο και τις άλλες ιδέες αλληλεγγύης, σε πλαίσιο λειτουργίας μιας “λαϊκής δημοκρατίας”, όπως αυτή είχε γίνει αντιληπτή τον καιρό του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ (Κυβέρνησης του βουνού), προβλεπόταν για το ταμείο κάθε σχολείου να «πλουτίζεται με προαιρετικές συνεισφορές, εράνους, καταβολές κ.λπ. με τη φροντίδα του συλλόγου του προσωπικού και του συλλόγου των γονέων ή της Σχολικής Επιτροπής». Το δεδομένο αυτό αντλούμε από το «Σχέδιο μιας λαϊκής παιδείας» στο οποίο «εμπνευστής στάθηκε ο Δημήτρης Γληνός» και αποτέλεσε «εισήγηση του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ στη γραμματεία παιδείας της ΠΕΕΑ» (βλ. εξώφυλλο και σελίδες 1, 5 και 6 για τα εντός εισαγωγικών, 1944).

Μας δίνεται επίσης η ευκαιρία να ανακοινώσουμε αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης που κάναμε στο ιστολόγιό μας (http://wp.me/14XeT) στην οποία έλαβαν μέρος 44 αναγνώστες μας. Το ερώτημα ήταν «Συμφωνείτε να προχωρήσει ο Δήμος Πρέβεζας στην ίδρυση σχολικών εστιατορίων;». Οι ερωτώμενοι ήταν χωρισμένοι σε τρεις κατηγορίες, δηλαδή γονείς, εκπαιδευτικοί και άτομα χωρίς καμία από τις προηγούμενες ιδιότητες. Από τους γονείς 3 από τους 26 είχαν αρνητική γνώμη, ενώ όλοι οι άλλοι, μαζί με τους 11 εκπαιδευτικούς και 7 άτομα χωρίς ιδιότητα, συμφώνησαν με την ιδέα των σχολικών εστιατορίων. Μπορούμε να υποστηρίξουμε, χωρίς αμφιβολία, πως η κοινωνία αποδέχεται στην παρούσα κατάσταση τέτοιες ανασυγκροτήσεις πόλης και κοινότητας όπως η ίδρυση κοινωνικών και σχολικών εστιατορίων.

Advertisements