Του Γιάννη Ρέντζου

 Το καλοκαίρι, πάντα σε υποκοριστικό συμπαθείας, συνοδεύεται στην

Joos Van Craesbeeck, Ο καπνιστής

πόλη μας με ουζάκι, μουσικούλα και αθώα καλοπέραση που υποστηρίζεται σε δρόμους και πλατείες από τα “τραπεζάκια έξω”. Απλωμένα παντού, για να εξυπηρετούν, όσο γίνεται πιο δροσερά, περισσότερους ανθρώπους που θα ήθελαν να δοκιμάσουν αυτές τις απλές χαρές της καλοκαιριάτικης πόλης, συνταιριάζονται με ανέμελο κάπνισμα ανοιχτού χώρου και όμορφη μουσική από τα ηλεκτρονικά μηχανήματα του καταστήματος. Όλοι (;) είμαστε έτσι ικανοποιημένοι από τις απλές αυτές χαρές του καλοκαιριού που μας προσφέρουν απλόχερα οι φίλοι μας επιχειρηματίες των ουζερί, των καφέ, των μικρών εστιατορίων στην όμορφη μικρή μας πόλη…

Συμβάλλουν βέβαια και άλλοι στο να αισθανθούμε τις μικρές αυτές χαρές. Η Δημοτική Αστυνομία, που δεν ενοχλεί τους επιχειρηματίες στο υπερβολικό άπλωμα τραπεζιών, οπότε έτσι επωφελούνται πιο πολλοί Πρεβεζάνοι και επισκέπτες· η Ελληνική Αστυνομία, που δεν φροντίζει να τηρείται το ωράριο χρήσης μουσικών οργάνων, οπότε όλο και περισσότεροι φιλόμουσοι γεύονται τα αγαθά της Μούσας· ο Εισαγγελέας, που τηρεί διακριτική στάση μέσα από μια φιλάνθρωπη, ως φαίνεται, καλοκαιρινή ερμηνεία της έννοιας της ισονομίας στο Αστικό Κράτος που εκπροσωπεί· οι πολιτικοί εκλεγμένοι, που στην αλιευτική αμβρακική περιφέρειά μας επιδίδονται επιτυχώς στην τεχνική αλίευσης ψήφων, και άλλοι πολλοί που δεν θα ήθελαν να “γρουσουζέψουν” με την όποια γκρίνια τους το “καλοκαιράκι του λαού”. Τι άλλο μας έμεινε στο κάτω-κάτω, βρε παιδιά;

Ας σοβαρευτούμε. Ένα πλήθος από δράσεις σε βάρος του απλού ανθρώπου της πόλης μας βρίσκονται τα τελευταία χρόνια συναρθρωμένες και υλοποιημένες, ως εμφανέστατες καταπατήσεις δικαιωμάτων, στον πρεβεζάνικο δημόσιο χώρο. Χαρισματικές παραχωρήσεις χώρου και χρόνου, υπερβολική αλλά επιλεκτική επίδειξη “κατανόησης” υπέρ κάποιων, περιφρόνηση δικαιωμάτων των ασθενέστερων ομάδων, μετατρέπουν την Πρέβεζα σε “χειραγωγούμενη πολιτεία”. Δεδομένου, όμως, ότι η μόνη πολιτική έκφραση σε επίπεδο λειτουργίας της πόλης είναι η δημοτική λειτουργία, είναι βέβαιο πως η σχετική ευθύνη βαραίνει το Δήμο, τους εκλεγέντες δημοτικούς εκπροσώπους και τις κοινωνικές δυνάμεις που, τα τελευταία χρόνια, στήριξαν και ανέχθηκαν αυτές τις τοπικές εξουσίες. Οι άλλες εξουσίες δεν είναι λαϊκά ελέγξιμες σε επίπεδο πόλης.

Σε πολύ συγκεκριμένους κοινωνικούς όρους, και μάλιστα με αναφορά στα προηγούμενα χρόνια, που χαρακτηρίστηκαν από κάποια σχετική οικονομική άνεση που πέρασε πια, θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε πώς η καταπάτηση του δημόσιου χώρου ως “συνόλου δικαιωμάτων του απλού ανθρώπου”, οδήγησε σε παγιωμένες συνθήκες υπανάπτυξης και αγριότητας. Θα ξεκινήσω από την απλοϊκή και (για κάποιους) μικρόψυχη επισήμανση για τη βασανιστική ενόχληση που υφίστανται κατά τις ώρες ύπνου οι περίοικοι και την αθώα παρατήρηση σχετικά με τη δυσκολία διέλευσης από ολόκληρους δρόμους της πόλης, λόγω του απλώματος των τραπεζιών και του “φουσκώματος” από τις ευωχούμενες παρέες. Θα υπενθυμίσω εξάλλου και τη βρώμα από το τσιγάρου του διπλανού.

Δεν έχω δικαίωμα να κάνω κήρυγμα για το “σωστό και πρέπον”, αλλά θα αρκεστώ σε αναφορά συγκριτικών παρατηρήσεων και διατύπωση σκέψεων. Θυμάμαι πριν τριάντα ολόκληρα χρόνια, καλοκαίρι με ζέστη σε προάστιο της Βαρκελώνης, την εντύπωση που μου είχε κάνει ένα μικρό μαγαζί, σαν μικρό σουβλατζίδικο, δηλαδή σαν πολλά της δικής μας πόλης. Λειτουργούσε, όπως και πολλά άλλα εκεί, με κλειστή την πόρτα, κλιματισμό και απαγόρευση καπνίσματος. Για μένα τότε –όπως ακόμα τώρα!– ήταν αδιανόητα αυτά τα πράγματα για τον ελλαδικό χώρο. Ας θυμηθούμε πως τότε δεν είχαν διαδοθεί ακόμα σε μας τα κλιματιστικά που τα βλέπαμε μόνο σε μεγάλες αντιπροσωπείες και μερικές τράπεζες. Είχα ρωτήσει βέβαια «γιατί απαγορεύεται το κάπνισμα» και μου είπαν πως «σε ένα κατάστημα φαγητού είναι επιλογή του επιχειρηματία, για να προστατεύει τις γεύσεις που έχουν οι σπεσιαλιτέ του».

Σκέπτομαι λοιπόν τώρα το πισωγύρισμα που έγινε στην πόλη μας και σε άλλες ελληνικές πόλεις και το συνδέω και με το κάπνισμα. Χειμώνα-καλοκαίρι τώρα οι καφετέριες είναι “διαμπερείς”, ώστε να μην τίθεται ζήτημα “κλειστού χώρου” για το κάπνισμα, ενώ ταυτόχρονα διεκδικείται περαιτέρω χώρος για περισσότερα “τραπεζάκια έξω”, όπου οι πελάτες επωφελούνται και από τη σχετική δροσιά. Ποια “δροσιά” φίλε αναγνώστη; Κοροϊδευόμαστε τώρα; Δεν μας πέθανε στη ζέστα αυτό το καλοκαίρι; Μέσα ή έξω; Και, αλήθεια, το τσιγάρο είναι στενό θέμα υγείας μόνο; Το βρωμοκόπημα από τη διπλανή παρέα καπνιστών είναι λίγο πράγμα; Τι κουραφέξαλα περί κλειστού και ανοιχτού χώρου μας τσαμπουνάνε;

Δεν θα εκθέσω πλήρως τις σκέψεις μου. Δεν χρειάζεται νομίζω. Όμως υποστηρίζω το εξής: Η καταπάτηση του δημόσιου χώρου της πόλης, που γίνεται με συγκάλυψη εκ μέρους των αρχών και των συνεργατών τους, δεν επιτρέπει σε κανένα προοδευτικό επιχειρηματία (σαν εκείνο της Βαρκελώνης) να προβάλει ανταγωνιστικά το δικό του κατάστημα με βελτίωση (μιλάμε αντικειμενικά!) των συνθηκών του εσωτερικού του. Πιστεύω πως ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως, οποιαδήποτε βελτίωση θα μπορούσε να σχεδιαστεί από ένα φιλότιμο επιχειρηματία, μετατρέπεται υπό την πίεση των ανταγωνιστών και την ανοχή των αρχών σε προσπάθεια καταπάτησης του δημόσιου χώρου, που τα έχει όλα και συμφέρει. Είναι “ανοιχτός”, “δροσερός”, “μεγαλύτερος” και “τζάμπα”. Δηλαδή, στοιχεία τέτοια όπως ο οικολογικός κλιματισμός του εσωτερικού με air cooler, η ακρόαση μουσικής με επιλογή των πελατών, η τήρηση κανόνων αποφυγής της καπνιστικής δυσοσμίας και άλλα που ισχύουν πριν από δεκαετίες αλλού, μετατρέπονται απλά σε προσπάθειες πονηρής κατάληψης του δημόσιου χώρου.

Πιστεύουμε πως τα συμπεράσματα είναι προφανή. Για να ξεφύγουμε από την αγριότητα και τη υπανάπτυξη πρέπει να σκεφτούμε σε όρους προστασίας του δημόσιου χώρου. Μαζεύοντας σιγά-σιγά τα τραπεζάκια, περιορίζοντας τις ηχητικές υπερβολές, συναισθανόμενοι το κοροϊδιλίκι του τσιγάρου και βάζοντας μπρος και άλλες προοδευτικές δράσεις, θα αποκαταστήσουμε ανθρωπινότερες συνθήκες στην πόλη μας.

________________________________

Η εφημερίδα βρισκόταν στο τυπογραφείο, όταν ένα νυχτερινό επεισόδιο στην παραλία ήρθε να επιβεβαιώσει με βάναυσο τρόπο όσα γράφει ο Γ. Ρέντζος για την ιδιοποίηση του δημόσιου χώρου τής πόλης: Ιδιοκτήτης καταστήματος διαμαρτυρήθηκε έντονα σε μητέρα με καροτσάκι, που ζήτησε να μετακινήσουν ένα τραπεζάκι του για να μπει στο Εργατικό Κέντρο· λίγο πριν καθήμενος θαμώνας είχε αρνηθεί να ξεβολευτεί για τον ίδιο σκοπό. Ο ιδιοκτήτης, με όλο το θράσος, με το οποίο τον έχουν εξοπλίσει οι αρχές τής πόλης, δήλωσε πως αυτή δεν ήταν ώρα για επίσκεψη στο Εργατικό Κέντρο κι ότι το χώρο τον είχε νοικιασμένο.

Έτσι τους έμαθαν. «Η εκχώρηση κοινόχρηστων εδαφών της πόλης σε επιθετικά και κατακτητικά άτομα, ομάδες και συμφέροντα αποτελεί μορφή γενικευμένης διαφθοράς», έχουμε διαβάσει σ’ άλλο κείμενο του Γ. Ρέντζου. Υπεύθυνοι γι’ αυτή την κατάντια, την αφαίρεση του φυσικού δικαιώματος του καθενός να κινείται στο δημόσιο χώρο, είναι εκείνοι που νομίζουν ότι δικαιούνται να παραχωρούν σε όση έκταση θέλουν ιδιωτικά δικαιώματα στους κοινόχρηστους χώρους ή που δεν ελέγχουν –άρα ανέχονται– την υπέρβασή τους από τους δικαιούχους. Όλοι αυτοί πρέπει να διδαχθούν ότι οι δρόμοι κι οι πλατείες δεν είναι αυλίτσες τους για να τις καταργούν· και να κληθούν να αποζημιώσουν όσους προσβάλλουν με την ιδιότυπη απαγόρευση κυκλοφορίας που επιβάλλουν· έτσι μπορεί να καταλάβουν.

Οι 13 πολιτιστικοί φορείς τής πόλης, που πριν δυο μήνες είχαν ταράξει κάπως τα νερά με την κοινή τους ανακοίνωση για την ανικανότητα των αρχών να αποτρέψουν την κίνηση μηχανοκίνητων στους πεζόδρομους, ετοιμάζουν δεύτερη ανακοίνωσή τους, που, απ’ όσο ξέρουμε, αναφέρεται και στο θέμα που μας απασχολεί εδώ. Ας διεκδικήσουμε όλοι μαζί το αυτονόητο –έχουμε ελπίδες.

Μ.Μ.

Advertisements