Κανάγιες! Το ψωμί τής εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια τής κάμαράς μου.

Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, “Κάθαρσις”, 1928

Πάντως το βέβαιο είναι ότι ήταν ένας εξόριστος της πραγματικότητας.

Αν. Γεωργαντζής, “Η Πρέβεζα στα χρόνια που έζησε ο ποιητής Κ. Καρυωτάκης”,

στον “Αγώνα Πρεβέζης” της 11-11-1957

Προλογίζοντας στο φύλλο τού περασμένου Ιουλίου τού “Φόρουμ” το μέχρι τότε αδημοσίευτο “Ταξίδι στην Πρέβεζα του Καρυωτάκη (οδοιπορικό)” του ποιητή Γιώργη Σαραντή, γραμμένο το 1965-1966, κατέληγα: «Από τότε έχουν αλλάξει αρκετά. Φτιάχτηκε με επιμέλεια της Περιηγητικής η στήλη στον τόπο τού θανάτου τού ποιητή και με επιμέλεια του Δήμου η προτομή του κοντά στο σπίτι τουּ ακόμη, ο Πολιτιστικός Σύλλογος “Πρέβεζα” φρόντισε να εντοιχισθεί στο σπίτι του αναμνηστική πλάκα. Δεν το βρίσκουμε, όμως, άσκοπο να δημοσιευτεί αυτό το παλιό οδοιπορικό τού Σαραντή. Στο κάτω – κάτω, η πόλη δεν έχει ακόμη ξεμπερδέψει με τους φόβους της και με τις ενοχές της

Harmony Ελίζαμπεθ Χόροβιτς, Λιμάνι σε αρμονία)

Διαβάζοντας στο φύλλο τού περασμένου Απριλίου τής εφημερίδας μας αναδημοσιευμένο από το Νίκο Λιβιεράτο απόσπασμα άρθρου τού Δημήτρη Σολδάτου για το “τραπέζι τού Καρυωτάκη”, καθώς και την “απάντηση” του Νίκου στις παρατηρήσεις και τις παραινέσεις τού αρθρογράφου, επιβεβαίωσα τη γνώμη μου εκείνη. Και μπήκα στον πειρασμό να γράψω δυο λόγια, όχι για να αντιδικήσω με το Δ. Σολδάτο, ούτε με το φίλο και συνεργάτη στη σύνταξη της εφημερίδας μας Ν. Λιβιεράτο, αλλά για να ξορκίσω, όσο μπορώ, αυτούς τους φόβους και τις ενοχές.

Πρώτα να εξηγήσω τον τίτλο τού κειμένου. Ο Καρυωτάκης, υπάλληλος του Υπουργείου Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως, συγκρούστηκε με τον Υπουργό Μιχαήλ Κύρκο, γι’ αυτό αποσπάσθηκε τον Ιούνιο του 1928 στην Πρέβεζα. Τη δυσμενή αυτή μετακίνησή του την ονομάζει ο ίδιος εξορία στο κείμενό του, που χρησιμοποιώ ως μότο. Εξόριστο τον αποκάλεσε αργότερα κι ο Γ. Π. Σαββίδης στις σημειώσεις του στα “Άπαντα” του ποιητή, που επιμελήθηκε. Όσο για την αντιπαλότητα, αυτή, βέβαια, συντηρείται μονομερώς: ο ποιητής φρόντισε να σωπάσει νωρίς.

Ας συνεχίσω με κάποια, από όσα γράφει ο Δ. Σολδάτος. Για την πολιτιστική υπεροχή των λευκαδιτών έναντι των πρωτεξάδελφων τού Μπαρμπαγιώργου –που φαίνεται να την υπερασπίζεται, επικαλούμενος τόσο στο αναδημοσιευμένο απόσπασμα, όσο κι αλλού στο άρθρο του, τη σχετική επιστολή τού Καρυωτάκη προς τον αδελφό του Θάνο– δεν θα πω τίποτε, από σεβασμό τόσο στη γνώμη τού ποιητή, όσο και στον πολιτισμό όλων των εμπλεκομένων.

Θα πω, όμως, για την πρόταση για το “Μουσείο Καρυωτάκη”, που την υποβάλλει ο Δ. Σολδάτος και την αποδέχεται –και με το παραπάνω– ο Νίκος. Η ίδρυση μουσείου σ’ εκείνο το σπίτι, που σε νοικιασμένο δωμάτιό του πέρασε τον τελευταίο μήνα τής ζωής του ο ποιητής, με εκθέματα από την οικοσκευή τής σπιτονοικοκυράς του, κυρίας Πόπης Λιγκούρη, στην οποία οικοσκευή ενδεχομένως περιλαμβανόταν το περίφημο περιπλανώμενο τραπεζάκι κι άλλα αντικείμενα, που ενδεχομένως είχε αγγίξει ή χρησιμοποιήσει ο ποιητής, μού φαίνεται κακόγουστη ιδέα. Το σπίτι τού Καβάφη στην Αλεξάνδρεια το έκανε μουσείο ο Κωστής Μοσκώφ, όμως εκείνο ήταν το σπίτι, που έζησε μια ζωή –σχεδόν– ο ποιητής, και βρέθηκε εκεί το σύνολο –σχεδόν– των προσωπικών του αντικειμένωνּ πρόκειται, δηλαδή, για κάτι άλλο. Στην περίπτωσή μας η αναμνηστική πλάκα αρκεί. Στο κάτω – κάτω, σε επιστολή του την 1-7-1928 προς τον εξάδελφό του Κ. Δ. Καρυωτάκη ο ποιητής μεταξύ άλλων γράφει: «Δωμάτιο ήβρα σ’ ένα ερειπωμένο σχεδόν σπίτι. Ελπίζω να μην πέσει πάρα πολύ σύντομα, ή, αν πέσει, να μην είμαι μέσα, ή, αν είμαι, να μην πάθω τίποτε, δεδομένου μάλιστα ότι θα προφθάσω να πηδήσω στο απέναντι σπίτι, αφού ο δρόμος, ένας από τους κεντρικότερους, το επιτρέπει.» Και σε επιστολή του την 3-7-1928 προς τον πατέρα του: «Κόσμος αμόρφωτος, σπίτια ελεεινά. Μένω σ’ ένα ερείπιο.» Όποιος προτείνει να χαρακτηρισθεί το ελεεινό ερείπιο “Μουσείο Καρυωτάκη”, κινδυνεύει κι ο ίδιος να χαρακτηρισθεί εκδικητικός.

Γιατί είπα αυτά τα “ενδεχομένως”; Επειδή την αφήγηση της εκατόχρονης τότε, ήδη μακαρίτισσας, κυρίας Π. Λιγκούρη στο Δ. Σολδάτο δυσκολεύομαι να την πιστέψω. Η ίδια, υποθέτω, δυσπιστία απέτρεψε τον Κυριάκο Σφέτσα και τον Αριστοτέλη Χαραμόγλη να δεχτούν το τραπεζάκι –εκτός κι αν τους λογαριάσει κανείς κι αυτούς στους πρωτεξάδελφους του Μπαρμπαγιώργου. Κι αν δεν μπορεί πια να επαληθευθεί η ζήλεια τού συζύγου τής αφηγήτριας, που οδήγησε στο κάψιμο χειρόγραφων του Καρυωτάκη, τα αρχεία τού Γενικού Επιτελείου μπορούν ασφαλώς να μας δώσουν κάποια στοιχεία για τη μάχη τού ελληνικού στρατού με τις κάργες στην Πρέβεζα!

Η πόλη, βέβαια, όφειλε να τιμήσει τον ποιητή, που, καθώς γράφει ο Γ. Σαραντής στο οδοιπορικό του, «την πρόβαλε στον πνευματικό χώρο, τη μεγάλωσε, την έκανε σύμβολο» –έστω και «σύμβολο κοινωνικού θανάτου», όπως γράφει αλλού ο Χρίστος Αλεξίου. Και το ’κανε με τον καλύτερο τρόπο: Ο Δήμος, μαζί με το Φιλολογικό Τμήμα τού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διοργάνωσε απ’ τις 11 μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου 1986 το μόνο αφιερωμένο αποκλειστικά στον Καρυωτάκη φιλολογικό συμπόσιο. Το σύνολο –πλην μιας– των εισηγήσεων τριάντα ελλήνων και ξένων συνέδρων εκδόθηκαν από το Δήμο το 1990 στον τόμο “Συμπόσιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη”, έργο απαραίτητο πια σε κάθε μελετητή τού ποιητή. Ανάμεσα σ’ αυτές κι η εισήγηση του Γ. Π. Σαββίδη, με την οποία για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε το πλήρες κείμενο της αποχαιρετιστήριας επιστολής τού ποιητή.

Θα περάσω τώρα στην απάντηση του Ν. Λιβιεράτου, για να μιλήσω γι’ αυτές τις περίφημες κρίσεις, που διατυπώνονται κοντά ογδόντα χρόνια τώρα, από τη δημοσίευση του ποιήματος “Πρέβεζα” το 1930, και που την επανάληψή τους δεν την απέφυγε ο Νίκος. Λένε περίπου αυτά: «Δεν φταίει η Πρέβεζα για την κατάληξη του Καρυωτάκη. Άλλα του φταίγανε. Όπου και να ζούσε θα αυτοκτονούσε. Το ποίημα αναφέρεται στη ζωή στην επαρχία γενικώς κι όχι στην Πρέβεζα ειδικώς.» Αναρωτιέμαι: Όλα αυτά, που είναι μισές αλήθειες κι άλλο τόσο ψέματα –και που, βέβαια, είναι χρήσιμα για τους φιλόλογους, για  να ερμηνεύσουν τη στάση κι ακολούθως το έργο τού ποιητή–, γιατί άραγε να νοιώθει πως πρέπει να τα προβάλλει ως απολογία της η πόλη; Ας πούμε κάτι ευθαρσώς: Ναι! ο Καρυωτάκης την αντιπάθησε την Πρέβεζαּ την ελεεινολόγησε στις επιστολές, που έστειλε κατά τη διάρκεια της παραμονής του –της εξορίας του!– εδώ. Ε, και λοιπόν; Μήπως επηρέασε αυτό την πραγματικότητα της πόλης προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο; Ή μήπως μικραίνει το μέγεθος τού ποιητή; –επειδή ως ποιητή μόνον ενδιαφέρει να τον κρίνουμε, όχι ως περιηγητή ή ταξιδιωτικό πράκτορα.Chagal2

(Μαρκ Σαγκάλ, Εγώ και το χωριό)

Γιατί τις κρίσεις αυτές τις βαφτίζω μισές αλήθειες κι άλλο τόσο ψέματα; Αντιγράφω, ενδεικτικά, αποσπάσματα από δυο κείμενα, που, νομίζω, το εξηγούν: Σε διάλεξη, που έδωσε για λογαριασμό τής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών την 29-11-1963 και απόσπασμά της είναι δημοσιευμένο στον “Ευβοϊκό Λόγο” του Αυγούστου – Δεκεμβρίου 1963 με τίτλο “Κ. Γ. Καρυωτάκης. Ο ποιητής τής ανίας”, λέει ο Γ. Σαραντής: « Η μοιραία σύμπτωση μιας άρρωστης ιδιοσυγκρασίας με μια άρρωστη εποχή δημιούργησε έναν ποιητή και εξαφάνισε ένα λεπταίσθητο άνθρωπο. … Η μετάθεσή του στην Πρέβεζα στάθηκε μοιραία για τον Καρυωτάκη. Εκεί στη μοναξιά και στην απόσταση είδε ολόκληρο το δράμα τής ζωής του. … Τώρα ό,τι απομένει είναι η Πρέβεζα, που μέσα στην άρρωστη ψυχή του παίρνει τις διαστάσεις ολόκληρης της Ελλάδας, ολόκληρης της ζωής, γίνεται σύμβολο. … Όλη η προετοιμασία για το μεγάλο ταξίδι είναι έτοιμη.» Και στην εισήγησή του στο συμπόσιο, που προανέφερα, με τίτλο “Ο Καρυωτάκης και η εποχή του”, γράφει ο Χ. Αλεξίου: «Η Πρέβεζα που περιέγραψε με ρεαλιστική ακρίβεια ο Καρυωτάκης, αποτελεί, παρά την ακρίβειά της, μια παραμόρφωση της πραγματικότητας. Ο ρεαλισμός του ήταν μονοδιάστατος, επιφανειακά αντικειμενικός αλλά ουσιαστικά υποκειμενικός και σε τελευταία ανάλυση παραμορφωτικός. Η Πρέβεζα που σημαίνει “θάνατος” υπήρχε αναμφίβολα στην ψυχή του Καρυωτάκη (και όλων εκείνων που αισθάνονταν όπως αυτός), και την κουβαλούσε μέσα του όλη τη ζωή του. Δεν υπήρχε όμως μέσα στην ψυχή του λαού, που αντιμετώπισε τον κοινωνικό θάνατο με μια καταφατική στάση απέναντι στη ζωή.»

Παραπέρα, γράφει στην απάντησή του ο Ν. Λιβιεράτος ότι το ποίημα “Πρέβεζα” ήταν γραμμένο από πριν με τον τίτλο “Επαρχία” και στη συνέχεια ο ποιητής το προσάρμοσε στην Πρέβεζα. Δεν είναι έτσιּ η αναφορά αυτή οφείλεται σε παρεξήγηση. Στις σημειώσεις τού Β΄ τόμου “Απάντων των ευρισκομένων” του Καρυωτάκη ο Γ. Π. Σαββίδης αντιγράφει από τις σημειώσεις τού Χαρίλαου Σακελλαριάδη, φίλου τού Καρυωτάκη και επιμελητή τής πρώτης έκδοσης των “Απάντων” του –του 1938–, ότι ένα χειρόγραφο του ποιήματος, με τίτλο “Επαρχία” και με χρόνο συγγραφής τον Ιούνιο του 1928, στάλθηκε μαζί με μια επιστολή τού ποιητή προς τον εξάδελφό του Κ. Δ. Καρυωτάκη την 1-7-1928. Γράφει στην επιστολή του: «Σου εσωκλείω ένα ποίημά μου για να γελάσεις και να πληροφορηθείς καλύτερα.» Κατά το Γ. Π. Σαββίδη το πρωτοδημοσιευμένο στη “Νέα Εστία” της 15-8-1930 ποίημα με τον τίτλο “Πρέβεζα” στηρίχθηκε, όπως κι όλες οι μεταγενέστερες δημοσιεύσεις, σ’ άλλο χειρόγραφο, που κατείχε ο αδελφός τού ποιητή Θάνος Καρυωτάκης, το οποίο μάλλον ήταν το πρωτόγραφο και, όπως φαίνεται από κάποιες επιστολές του, δεν μπορεί να γράφτηκε πριν από τις 22-6-1928. Και καταλήγει ο Γ. Π. Σαββίδης: «Συνεπώς το αντίγραφο που ο ποιητής έστειλε στον Κ. Δ. Καρυωτάκη την 1η Ιουλίου θα πρέπει να ήταν μορφικά πιο κατασταλαγμένο, και ο τίτλος “Επαρχία” να εκφράζει την αντικειμενικότερη κρίση τού εξόριστου, για την πόλη που είχε το βαρύ προνόμιο να τον φιλοξενήσει τις τελευταίες ημέρες τής ζωής του.»

Αντιγράφω τα αποσπάσματα των επιστολών τού Καρυωτάκη, βάσει των οποίων χρονολογείται και από το Γ. Π. Σαββίδη το ποίημα, παραβάλλοντάς τα με στίχους τού ποιήματος:

Επιστολή τής 22-6-1928 προς το Θ. Δ. Καρυωτάκη: «Απόψε το βαπόρι ήρθε σημαιοστολισμένο. Μέγας θόρυβος μέσα στη Νομαρχία, όταν το είδαμε. Ο κ. Α΄ Γραμματεύς επήγαινε δώθε κείθε ανήσυχος. Ποιος είναι μέσα; Ο Νομάρχης; Ο Γεν. Διοικητής ή καμιά άλλη προσωπικότης; Επιτέλους τώρα εξηκριβώθη ότι επί του πλοίου επέβαινε ο Σεβασμιώτατος Ιωαννίνων (την ευχήν του να ’χεις). … Άλλη είδηση, η οποία ελπίζω να σ’ ενδιαφέρει εξ ίσου, είναι ότι προχθές ο κ. Ειρηνοδίκης απήγαγε την μερίδα που του έφεραν στο ξενοδοχείο, επειδή την ήβρε ελλιπή, αφού την ετύλιξε πρώτα σ’ ένα καθαρό χαρτί. Την εζύγισε στην Αστυνομία, την έφερε πάλι, την έβαλε στο πιάτο του και την έφαγε.»

Και η μετουσίωση των περιστατικών σε ποίημα:

Στίχοι 17-20:

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,

“υπάρχω;” λες, κι ύστερα: “δεν υπάρχεις!”

Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.

Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Στίχοι 9-10:

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,

για να ζυγίσει, μια ελλιπή μερίδα, …

Σχέδιο επιστολής τής 24(;)-6-1928 προς τη Μαρία Πολυδούρη: «Τα σπίτια, τουρκόσπιτα του χειρίστου είδους, άρχισαν να έχουν αρχαιολογική αξία. Ξεπετιούνται εδώ κι εκεί, καθένα όπου το ’σπειρε ο νοικοκύρης του, ώστε οι δρόμοι που σχηματίζονται κατά σύμπτωσιν εν τω μεταξύ, να μην ξέρεις πούθε αρχίζουν και πού οδηγούν. Κανένας άλλωστε δεν είναι μακρύτερος από 30 μέτρα και όλοι έχουν τενεκεδένιες πινακίδες με μεγαλειώδη ονόματα: οδός Γαλλίας, οδός Γεωργίου Α΄, οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου, κλ. κλ. Όσο για τους κατοίκους, α! αυτοί είναι πρωτεξάδελφοι του Μπαρμπαγιώργου: “Ελιές ψιλιές, καλιές”.»

Και το ποίημα, στίχοι 5-6:

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι

με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους, …

Νομίζω πως βοηθά και η επιστολή τής 12-7-1928 προς τον πατέρα του, που δεν την επικαλείται ο Σαββίδης: «Έχω αυτά τα λεπτά από οδοιπορικά κλ. αλλά τα κατέθεσα εδώ στο Υ/μα της Εθνικής. … Βλέπετε ότι παρεσύρθην κι εγώ, από τόση μάλιστα απόσταση, στο ρεύμα των εμπνευσμένων κερδοσκόπων που κατακλύζουν την Τράπεζα, και απεφάσισα να ρίξω όλα τα κεφάλαιά μου.»

Και το ποίημα, στίχοι 13-16:

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.

Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.

Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,

πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Ακόμα, ο Βαγγέλης Αυδίκος στην εισήγησή του στο συμπόσιο, με τίτλο “Η αυτοκτονία τού Καρυωτάκη, η Πρέβεζα της εποχής και ο τύπος”, εντοπίζει στο ποίημα αναφορές και άλλων εικόνων και περιστατικών από τη ζωή τού ποιητή στην πόλη, αντλώντας κυρίως από μαρτυρίες δημοσιευμένες σ’ εφημερίδες τής εποχής.

Γι’ αυτό μιλώ για μισές αλήθειεςּ και λέω πως η πόλη δεν έχει κανένα λόγο ούτε να τις επικαλείται, όταν τις πιστεύει, ούτε να ντρέπεται, όποτε δεν ισχύουν. Αντιστρέφοντας τη φράση τού Γ. Π. Σαββίδη, λέω πως η πόλη, που είχε το βαρύ προνόμιο να φιλοξενήσει τον εξόριστο ποιητή τις τελευταίες ημέρες τής ζωής του, είναι καιρός να συμφιλιωθεί μαζί του και να του ανταποδώσει την αντικειμενικότερη κρίση της. Κι αυτή, βέβαια, δεν μπορεί παρά να είναι ότι αξίζει κάθε τιμή ο άνθρωπος, που, λίγη μόλις ώρα πριν από την αυτοχειρία του, είχε το σθένος να προσθέσει στην αποχαιρετιστήρια επιστολή του –σε στιγμή δαιμονικής έμπνευσης και υπογραμμίζοντας τη λογοτεχνική ιδιοφυΐα του, όπως γράφει στην εισήγησή του στο συμπόσιο ο Γ. Π. Σαββίδης– αυτό το ειρωνικό υστερόγραφο: «Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν διά θαλάσσης. Όλη τη νύχτα απόψε, επί 10 ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγομένου.»

Μιλτιάδης Μπάλκος