You are currently browsing the category archive for the 'Ποίηση λογοτεχνία' category.

Βούτα βαθιά μες στο πιθάρι την κανάτα σου.

Γιατί βαρυγκομάς; το μάθημα δεν σ’ το ’μαθα;

Απ’ την αυγή σήκω και πιες, άλλο μην κάνεις,

μαζί μου μέθυσε κι αρχίνα το τραγούδι σου.

Μακριά απ’ τη θάλασσα σαν ναρκωμένοι θα ’μαστε

τη χειμωνιάτικην αχλή σαβανωμένοι;

Μα ας σηκωθούμε γρήγορα και πιάνοντας

απ’ τις λαβές τους τα κουπιά απ’ τις άγκυρες

ας λύσομε το σκάφος, προς το πέλαγος

στρέφοντας τις αντένες κι έτσι πιο ξανανιωμένοι

θα νιώθομε, με την καρδιά γαληνεμένη∙

τ’ άλλα δουλειά ’ναι ανθρώπου που κρασί δεν πίνει.

Αλκαίος, Σκόλια

Μετάφραση: Γιάννης Δάλλας

Μ’ ενός Χαράλδου αέρα, με του ζάρλου

την περηφάνια που ζητά ένα θρόνο,

παλιών και νέων απαρνητή και αντάρτη,

να με πλευρώνη απόκοτα, τον είδα.

“Βάρβαρε, του είπα,

ποιος είσαι και τι θέλεις; Από σέναν’

άμαθη. Μου είσαι ξένος. Μέσα σου όλοι

των Κιμμερίων οι ζόφοι στοιβασμένοι,

με σκυθικούς χειμώνες φοβερίζουν

το καλοκαίρι

των τρισμακαρισμένω μου Ηλυσίων·

το δρόμο μού γυρεύεις που ίσα φέρνει

προς την κορφή των τραγικών ηρώων·

τράβα όθεν ήρθες· τίποτε δεν έχω

μ’ εσένα. Εγώ είμαι

η Μούσα, και το φως πατέρας μου είναι”.

Και μου αποκρίθη: “Το παιδί κ’ εγώ ειμαι

της αστραπής και της βροντής τ’ αγγόνι·

αν αστράψω, σε καίω κ’ εσέ· κ’ εγώ ειμαι

απ’ την Ελλάδα.

Κ’ εγώ ειμαι από το αίμα των Αισχύλων,

της μυστικής λαχτάρας ο προφήτης

και το πουλί τής μπόρας· κληρονόμος

τού σκοτεινού Ηρακλείτου που σωπαίνει

νόημα γιομάτος”.

Κωστής Παλαμάς, Ηρωική τριλογία

Β΄. Ωδή στο θάνατο του Ibsen

Ήρθαν οι μέρες τού σαράντα τέσσερα

κι οι μέρες τού σαράντα οχτώ.

Κι από την Πελοπόννησο ώς τη Λάρισα

βαθύτερα ώς την Καστοριά,

πάνω στο χάρτη μαύρο μόλεμα,

η Ελλάδα σύντομη ανασαίνοντας –

Πάσχα στην έρημη Κοζάνη μετρηθήκαμε,

πόσοι έμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν

πέτρα, κλαδί, κατήφορος,

το σκοτεινό ποτάμι.

Βαστώντας το ντουφέκι του σπασμένο ήρθε ο Προσόρας,

ο Μπακρυσιώρης, ο Αλαφούζος, ο Ζερβός,

στη σύναξη ζυγώσανε. Κοιτάχτε, εφώναξα, κοιτάξαμε.

Το φως πλημμύρα, ο καρποφόρος ήλιος

μνήμη των αφανών. Τα χρόνια πέρασαν, ασπρίσαμε, τους έλεγα.

Στο χώμα εχώνευε η φωτιά κι απ’ τα παράθυρα έμπαινε –

Πώς μ’ ένα αστέρι η νύχτα γίνεται πλωτή.

Πώς μες στην έρημη εκκλησιά, μ’ άνθη πολλά

στολίζεται ο ανώνυμος, μυρώνεται ο νεκρός.

Τάκης Σινόπουλος, Νεκρόδειπνος

KariotakisΆλλη μια εκδήλωση για τον Καρυωτάκη στην Πρέβεζα, που προβλημάτισε για το σκοπό και τον τρόπο που γίνονται αυτές οι εκδηλώσεις. Ήταν μια επετειακή εκδήλωση για τον ποιητή; Ήταν ένα λογοτεχνικό συμπόσιο για την ποίηση και τη ζωή του; Ή μια προβολή – διαφήμιση του γνωστού τηλεοπτικού σήριαλ και του δημιουργού του, Τάσου Ψαρρά; Και τι χρειαζόταν η ομιλία του Γιάννη Σολδάτου για το έργο του σκηνοθέτη; Ποιο ήταν το τιμώμενο πρόσωπο;

Ό,τι έχει σχέση με τον Καρυωτάκη έχει ειπωθεί και γραφεί .Παρ’ όλα αυτά, σε ρόλο ντετέκτιβ ο κ Ψαρράς προσπάθησε να προβάλει μια νέα εκδοχή για την αυτοκτονία του. Ότι την απόφαση για την αυτοκτονία του συντόμευσε ένα γράμμα που πιθανώς να έλαβε από την ασφάλεια, γιατί είχε συναντηθεί με τον Πικρό που οργάνωνε αγροτική διαδήλωση στην Πρέβεζα. Επίσης αναφέρθηκε στο mail, που πήρε από κάποιον Σολδάτο, που λέει ότι είναι από την περιοχή και έκανε έρευνα για τον Καρυωτάκη και που η σπιτονοικοκυρά του κ. Πόπη επιβεβαιώνει.

Θέλω να παρατηρήσω ότι ο Δημήτρης Σολδάτος είναι υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα άρθρο του έχει δημοσιευθεί στην εφημερίδα “Φόρουμ Πρέβεζας”, που, αν ο δήμαρχος είχε την ευγενή καλοσύνη να δώσει στον κ Ψαρρά πριν την εκδήλωση, ο τελευταίος θα ήταν ενήμερος της σχετικής συζήτησης που διεξάγεται στα τελευταία τεύχη της εφημερίδας μας για το θέμα αυτό. Επίσης θα μπορούσε και να τον προσκαλέσει στο πάνελ των ομιλητών.

Τέλος πάντων, τέτοιες εκδηλώσεις fast food δεν βοηθούν στον προβληματισμό των παρευρισκομένων, που ήταν παρά πολλοί, πράγμα που σημαίνει ότι ο Καρυωτάκης ενδιαφέρει ακόμα και σήμερα τους Πρεβεζάνους. Αυτό που συγκράτησα ως θετικό ήταν η πρόθεση του δήμαρχου να αγοράσει το σπίτι που έμενε ο ποιητής, για τη δημιουργία κάποιου ιδρύματος Καρυωτάκη ή και μουσείου ,πρόταση που έγινε και από αρθρογράφους της εφημερίδας μας.

Όσο για τον ποιητή, σιωπηλός το διασκέδαζε κοιτώντας από ψηλά για αυτά που άκουγε και έβλεπε.

ΝΙΚ. ΛΙΒ.

_____________________________________________________________________

Π.Μ.: Μιλάς για την Πρέβεζα…

Τ.Ψ.: Ναι. Ο Καρυωτάκης δεν έγινε ποτέ ιδιαίτερα αποδεκτός εκεί. Γκρέμιζαν το άγαλμά του! Το σίριαλ, λοιπόν, άλλαξε άρδην την αντίληψη που είχαν για τον ποιητή. Τώρα γίνονται τα Καρυωτάκεια, μια αίθουσα του δήμου παίρνει το όνομα του ποιητή, και είμαι προσκεκλημένος, εγώ και οι συντελεστές της ταινίας. Ούτε ο δήμαρχος, ούτε ο νομάρχης κρύβουν πως το σίριαλ έπαιξε σημαντικό ρόλο. Μέχρι τώρα υπήρχε η φοβία απέναντι σ’ ένα συφιλιδικό, και τώρα βλέπουν πως είχε τη χαρά της ζωής… Χαίρομαι πάρα πολύ γι’ αυτό.

(Απόσπασμα από συνέντευξη του Τάσου Ψαρρά στον Παύλο Μεθενίτη,

δημοσιευμένη στο “On Off”, ένθετο της “Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας” της 9-8-2009).

Ο Μάριος Χάκκας σε σκίτσο του M. Σ. Μιχαήλ.Αν δεν ήταν τα χέρια σου να σφίγγουν, αν δεν ήταν τα πόδια σου να τρέχουν, αν δεν ήταν ο λαιμός σου να τεντώνει, το στήθος σου να λαφάζει, τα μάτια σου γλαρά στον ίλιγγο, τα χείλη σου κρατήρας μισάνοιχτος, σμιχτά τα φρύδια, ιδρωμένο το μέτωπο, αν δεν ήταν να ’ρχεται η κοιλιά σου κύματα κύματα κύματα και να ζητάει το ύψος, η ράχη σου να σφαδάζει, το μικρό δάχτυλο του ποδιού σου λιγωμένο, τα νύχια σου να συμμετέχουν, δε θα μπορούσα ποτέ ν’ ανέβω σε τέτοιες κορφές, να ταρακουνηθώ απ’ τους σπασμούς των άστρων, βεγγαλικά που τυφλώνουν, κεραυνοί που φωτίζουν για μια στιγμή το στερέωμα καθώς αρχίζει η πτώση γέρνοντας να κοιμηθώ πάνω στα σύννεφα που απαλά με κατεβάζουν στο όνειρο της θάλασσας, στα γαλάζια λιβάδια των δελφινιών που με συνοδεύουν στους διάφανους βυθούς, στην ευδαιμονία τής πληρότητας.

Σε κατακλυσμιαίο ωκεανό

πλέει το σκαρί μου

σαν άλλη κιβωτός

των ανθρώπων τα όνειρα

ορθόπλωρα κρατεί

διαθήκη στο μέλλον.

Δημήτρης Βασιλείου 26.09.2005   «Τα όνειρα περπάτησαν στη γη»

kariotakisΜια τηλεγραφική απάντηση στα δυο λόγια – δυο σελίδες του Μ. Μπάλκου σχετικά με το άρθρο μου στο Φόρουμ Πρέβεζας.
Δεν υποστήριξα ότι ο Καρυωτάκης δεν μίσησε την Πρέβεζα, άλλωστε ποιος αγαπά τον τόπο εξορίας του. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι ο ποιητής ήταν βαθιά επηρεασμένος από μια σκοτεινή εποχή της ήττας της Ελλάδας, του κλίματος του πανευρωπαϊκού πεσιμισμού, της αρρώστιας του και του ανεκπλήρωτου έρωτα του.
Όλα αυτά δημιούργησαν μια καταθλιπτική προσωπικότητα και οδήγησαν στην αυτοκτονία του. Η Πρέβεζα ελάχιστα συνέβαλε στη μοιραία κατάληξή του.
Εδώ ταιριάζουν απόλυτα τα λόγια του ποιητή:
Η πόλις θα σε ακολουθεί.

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Κ. Π. Καβάφης
Όσο για το μουσείο, η μια αίθουσα με αντικείμενα χειρόγραφα του ποιητή και έργα άλλων πρεβεζάνων δημιουργών, γιατί όχι, θα βοηθούσε στη συμφιλίωση του κόσμου με τον ποιητή.
Λιβιεράτος Νίκος

Κανάγιες! Το ψωμί τής εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια τής κάμαράς μου.

Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.

Κ. Γ. Καρυωτάκης, “Κάθαρσις”, 1928

Πάντως το βέβαιο είναι ότι ήταν ένας εξόριστος της πραγματικότητας.

Αν. Γεωργαντζής, “Η Πρέβεζα στα χρόνια που έζησε ο ποιητής Κ. Καρυωτάκης”,

στον “Αγώνα Πρεβέζης” της 11-11-1957

Προλογίζοντας στο φύλλο τού περασμένου Ιουλίου τού “Φόρουμ” το μέχρι τότε αδημοσίευτο “Ταξίδι στην Πρέβεζα του Καρυωτάκη (οδοιπορικό)” του ποιητή Γιώργη Σαραντή, γραμμένο το 1965-1966, κατέληγα: «Από τότε έχουν αλλάξει αρκετά. Φτιάχτηκε με επιμέλεια της Περιηγητικής η στήλη στον τόπο τού θανάτου τού ποιητή και με επιμέλεια του Δήμου η προτομή του κοντά στο σπίτι τουּ ακόμη, ο Πολιτιστικός Σύλλογος “Πρέβεζα” φρόντισε να εντοιχισθεί στο σπίτι του αναμνηστική πλάκα. Δεν το βρίσκουμε, όμως, άσκοπο να δημοσιευτεί αυτό το παλιό οδοιπορικό τού Σαραντή. Στο κάτω – κάτω, η πόλη δεν έχει ακόμη ξεμπερδέψει με τους φόβους της και με τις ενοχές της

Harmony Ελίζαμπεθ Χόροβιτς, Λιμάνι σε αρμονία)

Διαβάζοντας στο φύλλο τού περασμένου Απριλίου τής εφημερίδας μας αναδημοσιευμένο από το Νίκο Λιβιεράτο απόσπασμα άρθρου τού Δημήτρη Σολδάτου για το “τραπέζι τού Καρυωτάκη”, καθώς και την “απάντηση” του Νίκου στις παρατηρήσεις και τις παραινέσεις τού αρθρογράφου, επιβεβαίωσα τη γνώμη μου εκείνη. Και μπήκα στον πειρασμό να γράψω δυο λόγια, όχι για να αντιδικήσω με το Δ. Σολδάτο, ούτε με το φίλο και συνεργάτη στη σύνταξη της εφημερίδας μας Ν. Λιβιεράτο, αλλά για να ξορκίσω, όσο μπορώ, αυτούς τους φόβους και τις ενοχές.

Πρώτα να εξηγήσω τον τίτλο τού κειμένου. Ο Καρυωτάκης, υπάλληλος του Υπουργείου Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως, συγκρούστηκε με τον Υπουργό Μιχαήλ Κύρκο, γι’ αυτό αποσπάσθηκε τον Ιούνιο του 1928 στην Πρέβεζα. Τη δυσμενή αυτή μετακίνησή του την ονομάζει ο ίδιος εξορία στο κείμενό του, που χρησιμοποιώ ως μότο. Εξόριστο τον αποκάλεσε αργότερα κι ο Γ. Π. Σαββίδης στις σημειώσεις του στα “Άπαντα” του ποιητή, που επιμελήθηκε. Όσο για την αντιπαλότητα, αυτή, βέβαια, συντηρείται μονομερώς: ο ποιητής φρόντισε να σωπάσει νωρίς.

Ας συνεχίσω με κάποια, από όσα γράφει ο Δ. Σολδάτος. Για την πολιτιστική υπεροχή των λευκαδιτών έναντι των πρωτεξάδελφων τού Μπαρμπαγιώργου –που φαίνεται να την υπερασπίζεται, επικαλούμενος τόσο στο αναδημοσιευμένο απόσπασμα, όσο κι αλλού στο άρθρο του, τη σχετική επιστολή τού Καρυωτάκη προς τον αδελφό του Θάνο– δεν θα πω τίποτε, από σεβασμό τόσο στη γνώμη τού ποιητή, όσο και στον πολιτισμό όλων των εμπλεκομένων.

Θα πω, όμως, για την πρόταση για το “Μουσείο Καρυωτάκη”, που την υποβάλλει ο Δ. Σολδάτος και την αποδέχεται –και με το παραπάνω– ο Νίκος. Η ίδρυση μουσείου σ’ εκείνο το σπίτι, που σε νοικιασμένο δωμάτιό του πέρασε τον τελευταίο μήνα τής ζωής του ο ποιητής, με εκθέματα από την οικοσκευή τής σπιτονοικοκυράς του, κυρίας Πόπης Λιγκούρη, στην οποία οικοσκευή ενδεχομένως περιλαμβανόταν το περίφημο περιπλανώμενο τραπεζάκι κι άλλα αντικείμενα, που ενδεχομένως είχε αγγίξει ή χρησιμοποιήσει ο ποιητής, μού φαίνεται κακόγουστη ιδέα. Το σπίτι τού Καβάφη στην Αλεξάνδρεια το έκανε μουσείο ο Κωστής Μοσκώφ, όμως εκείνο ήταν το σπίτι, που έζησε μια ζωή –σχεδόν– ο ποιητής, και βρέθηκε εκεί το σύνολο –σχεδόν– των προσωπικών του αντικειμένωνּ πρόκειται, δηλαδή, για κάτι άλλο. Στην περίπτωσή μας η αναμνηστική πλάκα αρκεί. Στο κάτω – κάτω, σε επιστολή του την 1-7-1928 προς τον εξάδελφό του Κ. Δ. Καρυωτάκη ο ποιητής μεταξύ άλλων γράφει: «Δωμάτιο ήβρα σ’ ένα ερειπωμένο σχεδόν σπίτι. Ελπίζω να μην πέσει πάρα πολύ σύντομα, ή, αν πέσει, να μην είμαι μέσα, ή, αν είμαι, να μην πάθω τίποτε, δεδομένου μάλιστα ότι θα προφθάσω να πηδήσω στο απέναντι σπίτι, αφού ο δρόμος, ένας από τους κεντρικότερους, το επιτρέπει.» Και σε επιστολή του την 3-7-1928 προς τον πατέρα του: «Κόσμος αμόρφωτος, σπίτια ελεεινά. Μένω σ’ ένα ερείπιο.» Όποιος προτείνει να χαρακτηρισθεί το ελεεινό ερείπιο “Μουσείο Καρυωτάκη”, κινδυνεύει κι ο ίδιος να χαρακτηρισθεί εκδικητικός.

Γιατί είπα αυτά τα “ενδεχομένως”; Επειδή την αφήγηση της εκατόχρονης τότε, ήδη μακαρίτισσας, κυρίας Π. Λιγκούρη στο Δ. Σολδάτο δυσκολεύομαι να την πιστέψω. Η ίδια, υποθέτω, δυσπιστία απέτρεψε τον Κυριάκο Σφέτσα και τον Αριστοτέλη Χαραμόγλη να δεχτούν το τραπεζάκι –εκτός κι αν τους λογαριάσει κανείς κι αυτούς στους πρωτεξάδελφους του Μπαρμπαγιώργου. Κι αν δεν μπορεί πια να επαληθευθεί η ζήλεια τού συζύγου τής αφηγήτριας, που οδήγησε στο κάψιμο χειρόγραφων του Καρυωτάκη, τα αρχεία τού Γενικού Επιτελείου μπορούν ασφαλώς να μας δώσουν κάποια στοιχεία για τη μάχη τού ελληνικού στρατού με τις κάργες στην Πρέβεζα!

Η πόλη, βέβαια, όφειλε να τιμήσει τον ποιητή, που, καθώς γράφει ο Γ. Σαραντής στο οδοιπορικό του, «την πρόβαλε στον πνευματικό χώρο, τη μεγάλωσε, την έκανε σύμβολο» –έστω και «σύμβολο κοινωνικού θανάτου», όπως γράφει αλλού ο Χρίστος Αλεξίου. Και το ’κανε με τον καλύτερο τρόπο: Ο Δήμος, μαζί με το Φιλολογικό Τμήμα τού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διοργάνωσε απ’ τις 11 μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου 1986 το μόνο αφιερωμένο αποκλειστικά στον Καρυωτάκη φιλολογικό συμπόσιο. Το σύνολο –πλην μιας– των εισηγήσεων τριάντα ελλήνων και ξένων συνέδρων εκδόθηκαν από το Δήμο το 1990 στον τόμο “Συμπόσιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη”, έργο απαραίτητο πια σε κάθε μελετητή τού ποιητή. Ανάμεσα σ’ αυτές κι η εισήγηση του Γ. Π. Σαββίδη, με την οποία για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε το πλήρες κείμενο της αποχαιρετιστήριας επιστολής τού ποιητή.

Θα περάσω τώρα στην απάντηση του Ν. Λιβιεράτου, για να μιλήσω γι’ αυτές τις περίφημες κρίσεις, που διατυπώνονται κοντά ογδόντα χρόνια τώρα, από τη δημοσίευση του ποιήματος “Πρέβεζα” το 1930, και που την επανάληψή τους δεν την απέφυγε ο Νίκος. Λένε περίπου αυτά: «Δεν φταίει η Πρέβεζα για την κατάληξη του Καρυωτάκη. Άλλα του φταίγανε. Όπου και να ζούσε θα αυτοκτονούσε. Το ποίημα αναφέρεται στη ζωή στην επαρχία γενικώς κι όχι στην Πρέβεζα ειδικώς.» Αναρωτιέμαι: Όλα αυτά, που είναι μισές αλήθειες κι άλλο τόσο ψέματα –και που, βέβαια, είναι χρήσιμα για τους φιλόλογους, για  να ερμηνεύσουν τη στάση κι ακολούθως το έργο τού ποιητή–, γιατί άραγε να νοιώθει πως πρέπει να τα προβάλλει ως απολογία της η πόλη; Ας πούμε κάτι ευθαρσώς: Ναι! ο Καρυωτάκης την αντιπάθησε την Πρέβεζαּ την ελεεινολόγησε στις επιστολές, που έστειλε κατά τη διάρκεια της παραμονής του –της εξορίας του!– εδώ. Ε, και λοιπόν; Μήπως επηρέασε αυτό την πραγματικότητα της πόλης προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο; Ή μήπως μικραίνει το μέγεθος τού ποιητή; –επειδή ως ποιητή μόνον ενδιαφέρει να τον κρίνουμε, όχι ως περιηγητή ή ταξιδιωτικό πράκτορα.Chagal2

(Μαρκ Σαγκάλ, Εγώ και το χωριό)

Γιατί τις κρίσεις αυτές τις βαφτίζω μισές αλήθειες κι άλλο τόσο ψέματα; Αντιγράφω, ενδεικτικά, αποσπάσματα από δυο κείμενα, που, νομίζω, το εξηγούν: Σε διάλεξη, που έδωσε για λογαριασμό τής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών την 29-11-1963 και απόσπασμά της είναι δημοσιευμένο στον “Ευβοϊκό Λόγο” του Αυγούστου – Δεκεμβρίου 1963 με τίτλο “Κ. Γ. Καρυωτάκης. Ο ποιητής τής ανίας”, λέει ο Γ. Σαραντής: « Η μοιραία σύμπτωση μιας άρρωστης ιδιοσυγκρασίας με μια άρρωστη εποχή δημιούργησε έναν ποιητή και εξαφάνισε ένα λεπταίσθητο άνθρωπο. … Η μετάθεσή του στην Πρέβεζα στάθηκε μοιραία για τον Καρυωτάκη. Εκεί στη μοναξιά και στην απόσταση είδε ολόκληρο το δράμα τής ζωής του. … Τώρα ό,τι απομένει είναι η Πρέβεζα, που μέσα στην άρρωστη ψυχή του παίρνει τις διαστάσεις ολόκληρης της Ελλάδας, ολόκληρης της ζωής, γίνεται σύμβολο. … Όλη η προετοιμασία για το μεγάλο ταξίδι είναι έτοιμη.» Και στην εισήγησή του στο συμπόσιο, που προανέφερα, με τίτλο “Ο Καρυωτάκης και η εποχή του”, γράφει ο Χ. Αλεξίου: «Η Πρέβεζα που περιέγραψε με ρεαλιστική ακρίβεια ο Καρυωτάκης, αποτελεί, παρά την ακρίβειά της, μια παραμόρφωση της πραγματικότητας. Ο ρεαλισμός του ήταν μονοδιάστατος, επιφανειακά αντικειμενικός αλλά ουσιαστικά υποκειμενικός και σε τελευταία ανάλυση παραμορφωτικός. Η Πρέβεζα που σημαίνει “θάνατος” υπήρχε αναμφίβολα στην ψυχή του Καρυωτάκη (και όλων εκείνων που αισθάνονταν όπως αυτός), και την κουβαλούσε μέσα του όλη τη ζωή του. Δεν υπήρχε όμως μέσα στην ψυχή του λαού, που αντιμετώπισε τον κοινωνικό θάνατο με μια καταφατική στάση απέναντι στη ζωή.»

Παραπέρα, γράφει στην απάντησή του ο Ν. Λιβιεράτος ότι το ποίημα “Πρέβεζα” ήταν γραμμένο από πριν με τον τίτλο “Επαρχία” και στη συνέχεια ο ποιητής το προσάρμοσε στην Πρέβεζα. Δεν είναι έτσιּ η αναφορά αυτή οφείλεται σε παρεξήγηση. Στις σημειώσεις τού Β΄ τόμου “Απάντων των ευρισκομένων” του Καρυωτάκη ο Γ. Π. Σαββίδης αντιγράφει από τις σημειώσεις τού Χαρίλαου Σακελλαριάδη, φίλου τού Καρυωτάκη και επιμελητή τής πρώτης έκδοσης των “Απάντων” του –του 1938–, ότι ένα χειρόγραφο του ποιήματος, με τίτλο “Επαρχία” και με χρόνο συγγραφής τον Ιούνιο του 1928, στάλθηκε μαζί με μια επιστολή τού ποιητή προς τον εξάδελφό του Κ. Δ. Καρυωτάκη την 1-7-1928. Γράφει στην επιστολή του: «Σου εσωκλείω ένα ποίημά μου για να γελάσεις και να πληροφορηθείς καλύτερα.» Κατά το Γ. Π. Σαββίδη το πρωτοδημοσιευμένο στη “Νέα Εστία” της 15-8-1930 ποίημα με τον τίτλο “Πρέβεζα” στηρίχθηκε, όπως κι όλες οι μεταγενέστερες δημοσιεύσεις, σ’ άλλο χειρόγραφο, που κατείχε ο αδελφός τού ποιητή Θάνος Καρυωτάκης, το οποίο μάλλον ήταν το πρωτόγραφο και, όπως φαίνεται από κάποιες επιστολές του, δεν μπορεί να γράφτηκε πριν από τις 22-6-1928. Και καταλήγει ο Γ. Π. Σαββίδης: «Συνεπώς το αντίγραφο που ο ποιητής έστειλε στον Κ. Δ. Καρυωτάκη την 1η Ιουλίου θα πρέπει να ήταν μορφικά πιο κατασταλαγμένο, και ο τίτλος “Επαρχία” να εκφράζει την αντικειμενικότερη κρίση τού εξόριστου, για την πόλη που είχε το βαρύ προνόμιο να τον φιλοξενήσει τις τελευταίες ημέρες τής ζωής του.»

Αντιγράφω τα αποσπάσματα των επιστολών τού Καρυωτάκη, βάσει των οποίων χρονολογείται και από το Γ. Π. Σαββίδη το ποίημα, παραβάλλοντάς τα με στίχους τού ποιήματος:

Επιστολή τής 22-6-1928 προς το Θ. Δ. Καρυωτάκη: «Απόψε το βαπόρι ήρθε σημαιοστολισμένο. Μέγας θόρυβος μέσα στη Νομαρχία, όταν το είδαμε. Ο κ. Α΄ Γραμματεύς επήγαινε δώθε κείθε ανήσυχος. Ποιος είναι μέσα; Ο Νομάρχης; Ο Γεν. Διοικητής ή καμιά άλλη προσωπικότης; Επιτέλους τώρα εξηκριβώθη ότι επί του πλοίου επέβαινε ο Σεβασμιώτατος Ιωαννίνων (την ευχήν του να ’χεις). … Άλλη είδηση, η οποία ελπίζω να σ’ ενδιαφέρει εξ ίσου, είναι ότι προχθές ο κ. Ειρηνοδίκης απήγαγε την μερίδα που του έφεραν στο ξενοδοχείο, επειδή την ήβρε ελλιπή, αφού την ετύλιξε πρώτα σ’ ένα καθαρό χαρτί. Την εζύγισε στην Αστυνομία, την έφερε πάλι, την έβαλε στο πιάτο του και την έφαγε.»

Και η μετουσίωση των περιστατικών σε ποίημα:

Στίχοι 17-20:

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,

“υπάρχω;” λες, κι ύστερα: “δεν υπάρχεις!”

Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.

Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Στίχοι 9-10:

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,

για να ζυγίσει, μια ελλιπή μερίδα, …

Σχέδιο επιστολής τής 24(;)-6-1928 προς τη Μαρία Πολυδούρη: «Τα σπίτια, τουρκόσπιτα του χειρίστου είδους, άρχισαν να έχουν αρχαιολογική αξία. Ξεπετιούνται εδώ κι εκεί, καθένα όπου το ’σπειρε ο νοικοκύρης του, ώστε οι δρόμοι που σχηματίζονται κατά σύμπτωσιν εν τω μεταξύ, να μην ξέρεις πούθε αρχίζουν και πού οδηγούν. Κανένας άλλωστε δεν είναι μακρύτερος από 30 μέτρα και όλοι έχουν τενεκεδένιες πινακίδες με μεγαλειώδη ονόματα: οδός Γαλλίας, οδός Γεωργίου Α΄, οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου, κλ. κλ. Όσο για τους κατοίκους, α! αυτοί είναι πρωτεξάδελφοι του Μπαρμπαγιώργου: “Ελιές ψιλιές, καλιές”.»

Και το ποίημα, στίχοι 5-6:

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι

με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους, …

Νομίζω πως βοηθά και η επιστολή τής 12-7-1928 προς τον πατέρα του, που δεν την επικαλείται ο Σαββίδης: «Έχω αυτά τα λεπτά από οδοιπορικά κλ. αλλά τα κατέθεσα εδώ στο Υ/μα της Εθνικής. … Βλέπετε ότι παρεσύρθην κι εγώ, από τόση μάλιστα απόσταση, στο ρεύμα των εμπνευσμένων κερδοσκόπων που κατακλύζουν την Τράπεζα, και απεφάσισα να ρίξω όλα τα κεφάλαιά μου.»

Και το ποίημα, στίχοι 13-16:

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.

Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.

Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,

πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Ακόμα, ο Βαγγέλης Αυδίκος στην εισήγησή του στο συμπόσιο, με τίτλο “Η αυτοκτονία τού Καρυωτάκη, η Πρέβεζα της εποχής και ο τύπος”, εντοπίζει στο ποίημα αναφορές και άλλων εικόνων και περιστατικών από τη ζωή τού ποιητή στην πόλη, αντλώντας κυρίως από μαρτυρίες δημοσιευμένες σ’ εφημερίδες τής εποχής.

Γι’ αυτό μιλώ για μισές αλήθειεςּ και λέω πως η πόλη δεν έχει κανένα λόγο ούτε να τις επικαλείται, όταν τις πιστεύει, ούτε να ντρέπεται, όποτε δεν ισχύουν. Αντιστρέφοντας τη φράση τού Γ. Π. Σαββίδη, λέω πως η πόλη, που είχε το βαρύ προνόμιο να φιλοξενήσει τον εξόριστο ποιητή τις τελευταίες ημέρες τής ζωής του, είναι καιρός να συμφιλιωθεί μαζί του και να του ανταποδώσει την αντικειμενικότερη κρίση της. Κι αυτή, βέβαια, δεν μπορεί παρά να είναι ότι αξίζει κάθε τιμή ο άνθρωπος, που, λίγη μόλις ώρα πριν από την αυτοχειρία του, είχε το σθένος να προσθέσει στην αποχαιρετιστήρια επιστολή του –σε στιγμή δαιμονικής έμπνευσης και υπογραμμίζοντας τη λογοτεχνική ιδιοφυΐα του, όπως γράφει στην εισήγησή του στο συμπόσιο ο Γ. Π. Σαββίδης– αυτό το ειρωνικό υστερόγραφο: «Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν διά θαλάσσης. Όλη τη νύχτα απόψε, επί 10 ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγομένου.»

Μιλτιάδης Μπάλκος

Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις

(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),

και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,

και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη

που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,

και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.

Και συ τα δέχεσαι με απελπισία

αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.

Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·

τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,

τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·

την Αγορά, το Θέατρο και τους Στεφάνους.

Αυτά πού θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,

αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·

και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

Κ. Π. Καβάφης, Η σατραπεία

image001
Στην Λευκάδα στον πολυχώρο ΑΡΤηρια  έγινε ένα αφιέρωμα στο έργο του Γιάννη Ρίτσου
Μίλησαν γνωστά ονόματα όπως ο φιλόλογος του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργος Γιατρομανωλάκης . Για το θεατρικό του έργο μίλησε  η Κατερίνα Πολυχρονοπούλου και προβληθηκαν  ταινιες με την αυτοβιογραφία του  Γιώργου Σγουράκη

Η Ολια Λαζαρίδου ερμήνευσε σε πρεμιέρα το μονόπρακτο Περσεφόνη και οι εκδηλώσεις έκλεισαν με την συναυλία της Έλλης Πασπαλά Επιταφιος

Επίσης λειτουργούσαν εκθέσεις με έργα ζωγραφικής του ποιητή:  ακουαρέλες, ζωγραφισμένες πέτρες ρίζες, σπιρτόκουτα ,πιάτα, αφού χαρτί  ήταν σπάνιο  στα χρόνια της εξορίας του
Οι αίθουσες ήταν κατάμεστες και με πολλούς Πρεβεζάνους και έμαθα ότι ανάλογη εκδήλωση θα γίνει και στη Πρέβεζα με παρουσία της κόρης του ποιητή
Θέλω να αναφερθώ για λίγο στο έργο του γιατί με τα ποιήματα του μεγάλωσα  και γιατί ο πατέρας μου ο Ηλίας με πάνω από 15 χρόνια εξορίας τον γνώριζε και μου διηγούνταν πως σε στιγμές ηρεμίας στην εξορία  πως σκηνοθέτησε με την βοήθεια του Γιάννη Ρίτσου  θεατρικό έργο με  ηθοποιό τον Κατράκη.
Ο Γ.Ριτσος ήταν από τους τελευταίους μεγάλους ποιητές . Ύμνησε τον απλό άνθρωπο, την ελευθερία,  την δικαιοσύνη,  την αδελφοσύνη, την επανασταση και   την Ελλάδα Ήταν ο ποιητής της Ρωμιοσύνης. Ένοιωσε στο πετσί του την βία των ανθρωποφυλάκων   στους νέους «Παρθενώνες»  του Κανελλοπούλου ,στην Μακρόνησο,στην Γυάρο και στον Αι Στράτη.
Δημοσίευσε πάνω από 100 ποιητικές συλλογές, πεζογραφήματα, θεατρικά, μεταφρασεις,χρονογραφηματα. Ήταν ο Σταχάνοφ της Ελληνικής ποίησης. Και αυτό δεν ήταν σε βάρος της ποιότητας του έργου του. Το γράψιμο ήταν ο τρόπος του να επιζεί και να αντιστέκεται. Μερικές άτυχες στιγμές του, στα «κομματικά» ποιήματα του, με τα τανκς που χορεύουν στην Πράγα ,η αργότερα ,με τα παιδιά της ΚΝΕ, δεν μειώνουν καθόλου το έργο του, απλώς πίκραναν το εκτός ΚΚΕ αριστερό ακροατήριο του. Γιατί ο Ρίτσος ανήκει σε όλη την ελληνική και παγκόσμια αριστερά.
Ο ίδιος, στο τέλος της ζωής του, όταν ξεφεύγει απ τον εναγκαλισμό του κόμματος, γράφει το «Τι παράξενα πράγματα»,και εκεί κάνει την αποκατάσταση του. Παρουσιάζει όλες τις εσωτερικές ανησυχίες και αδυναμίες, αντιμετωπίζει τις σιωπές του  , δείχνοντας το πραγματικό μεγαλείο του.
Στη συνέχεια θα μεταφέρω αποσπάσματα από την ομιλία του φιλόλογου Γιώργου Γιατρομανωλάκη, καθηγητή του Πανεπιστήμιου Αθηνών, με τίτλο « Γιάννης Ρίτσος, ο εργάτης ποιητής»

Στην ανθολογία η ερευνήτρια του Ρίτσου  Χρύσα Παπαδάκη γράφει:
Διαβάζοντας την ιστορία του αιώνα θα την βρει κάνεις μέσα από τα ποιήματα,  τα άσματα.  τους τύπους των ηρώων του Γ.Ρίτσου. Θα την βρεί στον εσωτερικό κόσμο του ποιητή που αποτύπωσε μέσα από νοοτροπίες  ιδεολογικούς καταναγκασμούς  αμφισημίες  και αντιφάσεις την πάλη του στοχαστή ανάμεσα στα δυσοίωνα μηνύματα των καιρών ενώ είχε   συνδέσει το πεπρωμένο του  με το υψηλό όραμα της ανθρωπότητας τον σοσιαλισμό.
Ο Ρίτσος είναι ενας εργάτης που γράφει ακατάπαυστα είναι κατά δήλωση του ενας προλετάριος της τέχνης Είναι κατ εξοχήν πολιτικός ποιητής .Αυτή την θέση του δεν την διεκήρυξε απλώς αλλά την πλήρωσε με φυλακές και εξορίες.  Είναι ενας οραματιστής επαναστάτης με κομματική ταυτότητα που συμμαχεί  με τον λαό για την αλλαγή του κόσμου. Αλλά ακόμα και όταν δρούσε κομματικά και πολιτικά δεν υπηρετούσε σκοπιμότητες. Ήταν το όραμα ενός γενναίου ανθρώπου με δικαίωμα στην κριτική στην δικαιοσύνη  στην ελευθερία  στην αέναη επανασταση.
Έχει κατηγορηθεί ως κομματικός ποιητής αλλά ο ποιητής αρνείται τον καταναγκασμό  αλλά και κάθε δόγμα , ο ποιητής μένει μόνος  και ασυμβίβαστος.                                       Υπάρχει μέσα του ενας διχασμός ανάμεσα στο πολιτικό καθήκον και το ποιητικό καθήκον που τον κάνει να μένει σιωπηλός  η να μιλά αινιγματικά.  Αυτή την σιωπή και αινιγματικότητα την συναντούμε και στους άλλους ποιητές και συγγράφεις Αλέξανδρου, Αναγνωστάκη, Πατρίκιο ,Χατζή. Ο διχασμός ακυρώνεται από την ανάγκη να εργάζεται και να αγωνίζεται και  ας ξέρει ότι μπορεί να μη τα καταφέρει.
Σε ένα ποίημα 3 χρόνια πριν πεθάνει  λέει το 1987
Η πρώτη και τελείται α λέξη ήταν ο έρωτας και η επανασταση
Όλη τη σιωπή σου κρύβει η ποίηση.
Η και αργότερα :   Εκείνα  που έλεγες τότες ακριβώς εκείνα έγιναν αίμα
Στα λόγια που έμειναν στο αέρα μετέωρα διφορούμενα
Σαν ανεξίτηλη πληγή
Τώρα δεν έχεις τίποτα να πεις αφού δεν έχεις τίποτα να κρυψεις
Δηλαδή ο ποιητής δεν έλεγε την αλήθεια; όχι βεβαία . Ο Ρίτσος είναι τίμιος αγωνιστής αλλά οι ποιητές είναι οι χρησμοδότες, δεν εξηγούν αλλά επισημαίνουν.
Ο ρεαλισμός υπαγορεύει να πει ότι ο κόσμος δύσκολα αλλάζει και χρειάζεται συνεχής πεισματικός  αγώνας και όχι μοιρολατρία.  Με δαίμονες διώχνουμε τα φαντάσματα γράφει.
image003
Ο Ρίτσος πέφτει σε ένα ηρωικό πεσιμισμό. Υπερασπίζεται την διαδρομή του και την αισιόδοξη άποψη   γράφει :          όταν  φύγει κανείς γιατί όλοι φεύγουμε μια μέρα
Θα μείνει ένα γλυκύτατο χαμόγελο που αδιάκοπα
Λέει ναι και παλι ναι
Τελικά ο Ρίτσος είναι ενας αισιόδοξος  ποιητής Δεν πρέπει λέει  να ομολογούμε ότι οι ελπίδες έχουν διαψευσθεί
Γράφει  στον Ελύτη ότι η ποίηση υπάρχει για να διορθώνει τα λάθη του θεού και να βοήθα τους ανθρώπους Σε σύγκριση με τον Ελύτη,  ο ενας είναι αστός, ο άλλος είναι προλετάριος. Ο ενας δεν έχει καμία δέσμευση, ο άλλος  έχει το καταραμένο πολιτικό καθήκον. Είναι δεσμευμένος με το καθήκον για την αλλαγή του κόσμου, είναι ενας προλετάριος του πνεύματος και της τέχνης  που εργάζεται δίχως βάρδιες δίχως απεργίες δίχως οκτάωρα.
Όσο για το τραγικό παράδοξο για την σύγκρουση της αισιόδοξης  στάσης  του για τη ζωή  και  το μάταιο όραμα της που αναδείχνεται  συχνά    πυκνά  από την ποίηση του  είναι ότι αυτό που βαραίνει τελικά είναι η απελπισμένη αντίσταση.
Αυτό γίνεται καθαρό από το ποίημα του                                                                                                          Η σύγκρουση  της Ελένης
Προσπαθούν να δουν οι άνθρωποι και πάλι από τον πανύψηλο τοίχο
Γνωρίζοντας ότι ο τοίχος δεν ραγίζει ούτε πέφτει
Να  δουν από μια χαραματιά λίγο γαλάζιο την ευτυχία τους
Ίσως  ωστόσο εκεί που καποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα
Ίσως εκεί να αρχίζει  η ανθρωπινή ιστορία
Που λεν η ομορφιά του ανθρώπου..

Επιμέλεια  ΝΙΚΟΣ ΛΒΙΕΡΑΤΟΣ

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ

  • 14,068 hits