Του Κώστα Γαβρόγλου

Καθηγητή τού Πανεπιστημίου Αθηνών *

Κάθε φορά μετά τις εκλογές, εδώ και τουλάχιστον 30 χρόνια (από την περίοδο του ΚΚΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ) γράφονται και λέγονται περίπου τα ίδια πράγματα: πρέπει να έχει μεγαλύτερη σαφήνεια η γραμμή μας, ώστε να την καταλαβαίνουν τα πλατιά λαϊκά στρώματα, πρέπει να είναι πιο αποτελεσματικό το κόμμα στις οργανωτικές του δομές, να παίρνει μαζικές πρωτοβουλίες και άλλα αντίστοιχα. Καμιά φορά τίθεται και θέμα ηγεσίας, ώστε αμέσως μετά την εκλογή της να ξανασυζητιόνται πάλι το ίδια. Τα ίδια, λοιπόν, λέγονται και γράφονται και σήμερα. Έχει, όμως, νόημα μια συζήτηση η οποία, αν μη τι άλλο, έδειξε την αναποτελεσματικότητά της για 30 χρόνια; Έχει νόημα, ειδικά τώρα;

Η συζήτηση γύρω από αυτά τα θέματα, που υποτίθεται ότι θα μας βγάλει από την καθίζηση, δεν νομίζω να μας βοηθάει καθόλου να καταλάβουμε τι γίνεται γύρω μας. Ουσιαστικά, είναι μία συζήτηση εσωκομματικού χαρακτήρα, και τα θέματά της αποτελούν ένα ιδιόμορφο νομιμοποιητικό πλαίσιο, που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία 30 χρόνια: τα ζητήματα αυτά αποτελούν ζητήματα που όλοι και όλες θεωρούν ως σημαντικά, και με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται ένα πλαίσιο συνύπαρξης, αφού για αυτά τα θέματα αντέχουμε ακόμα και διαμετρικά διαφορετικές απόψεις.

Untitled-13Τι μαθαίνουμε, όμως, και τι καταλαβαίνουμε για την κοινωνία γύρω μας μέσα από αυτές τις συζητήσεις; Δεν νομίζω και πολλά. Βέβαια στη διάρκεια των συζητήσεων εκφράζονται αντιρρήσεις, καθιερώνονται συμμαχίες, γράφονται κείμενα, διαμορφώνονται ισορροπίες. Είμαστε, όμως, πιο σοφοί μετά από κάθε τέτοιο κύκλο συζητήσεων, ως προς τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας; Είναι δυνατό να πιστεύουμε, π.χ., ότι οι νέες εκφράσεις στα κείμενά μας θα κάνουν την διαφορά; Υπάρχει εχέφρων άνθρωπος που να πιστεύει ότι, π.χ., θα μας ψήφιζαν οι μάζες, αν κάθε δεύτερη πρότασή μας περιείχε τον όρο «αριστερός ευρωπαϊσμός»;

Μήπως θα έπρεπε να αρχίσουμε αντίστροφα την συζήτηση; Κάνοντας μία, ενδεχομένως ιδιόμορφη για ορισμένους, υπόθεση: Έστω ότι κάναμε και κάποια καλά και δεν ήταν όλα όσα είπαμε για τα μπάζα. Ας αλλάξουμε τον άξονα συζήτησης. Ας υπάρξει έμφαση όχι σε όσα δεν κάναμε και έπρεπε να κάνουμε, ούτε και σε όσα λάθη κάναμε, αλλά να επιμείνουμε στη διερεύνηση των επιπτώσεων όσων σωστών κάναμε. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν θέλουμε να διερευνήσουμε τις επιπτώσεις όχι τόσο όσων δεν κάναμε αλλά όσων κάναμε, και τα οποία ενδεχομένως να ήταν και σωστά. Τι θα είχαμε τότε; Έστω, λοιπόν, ότι ορισμένα από τα καλά ήταν η στάση μας για το άρθρο 16, η στάση μας για τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, η θέση μας για τον Βοτανικό. Και στα τρία εκφραστήκαμε με πολύ μεγαλύτερη σαφήνεια από ό,τι συνήθως, άκουσαν τη θέση μας τεράστια ακροατήρια και πήραμε επιτυχημένες πρωτοβουλίες. Τι ακριβώς έγινε μετά; Μας ψιλοέφτυσε η κοινωνία. Δεν τα ήθελε αυτά. Γιατί, από τον τύπο χωρίς γραβάτα και το νεαρό με τα μακό, δεν ήθελε τέτοια η κοινωνία μας. Ήθελε να είμαστε σώφρονες και σοβαροί. Όπως ήταν η άλλη: η κυρία γραμματέας και το εθνικοθρησκευτικό σούργελό της. Δεν είχαμε καταλάβει ότι η κοινωνία δεν τα ήθελε αυτά που λέγαμε; Αποκλείεται, δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο να το καταλάβουμε. Και το κάναμε γνωρίζοντας ότι οι θέσεις μας δεν έχουν «πλατειά» απήχηση. Και καλώς το κάναμε, γιατί ο ρόλος της αριστεράς δεν είναι να «χαϊδεύει αυτιά» –αυτά που χαϊδεύει το ΚΚΕ. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι πως απ’ ό,τι φαίνεται δεν συγκινούμε μεγάλα πλήθη. Αν, δηλαδή, παίρναμε 6% όλα θα ήταν μια χαρά; Προφανώς θα ήμασταν πιο χαρούμενοι, πιο ικανοποιημένοι. Αλλά τίποτα δεν θα διέφερε ουσιαστικά από το σημερινό αποτέλεσμα.

Αν, λοιπόν, αρχίζαμε να συζητάμε όχι για το πώς θα κατακτηθούν οι μάζες, αλλά για το ποια είναι τα όριά μας, ενδεχομένως να καταλαβαίναμε ότι έτσι όπως είναι τα πράγματα σήμερα, όσοι μας ακούνε και πιστεύουν σε αυτά που λέμε και θέλουν να μας ψηφίζουν, είναι σχετικά λίγοι. Πολλοί λίγοι. Και πως δεν είναι δεδομένο ότι ακόμη και αυτούς τους έχουμε στο τσεπάκι. Και χρειάζεται να είμαστε συνέχεια παρόντες, ώστε να μην τους χάσουμε.

Βέβαια αυτό που μας ταλαιπωρεί χρόνια τώρα είναι κάτι άλλο. Το εθνικό ακροατήριο. Το οποίο πολλοί θεωρούν ότι δεν του προσφέρουμε αυτά που θέλει. Επιτέλους, θα έλεγα. Τόσα και τόσα χρόνια, μας ταλαιπωρούσαν διάφοροι που απευθύνονταν στο δεξιό εργάτη και προκαλούσαν τον αριστερό εργάτη να το βάζει στα πόδια. Έκαναν καταστροφικές επιλογές, συγκροτώντας κυβερνήσεις και θεωρώντας ότι ορίζουν την μοίρα της χώρας, για να αποδείξουν σε κάποιους, όχι στους αριστερούς προφανώς, ότι είναι σοβαροί και αξιόπιστοι. Και τι έμεινε από όλα αυτά; Δύο – τρεις γραμμές στα βιογραφικά διαφόρων ότι χρημάτισαν υπουργοί, γενικοί γραμματείς και, άντε, και πρόεδροι επιτροπών. Μια θλίψη δηλαδή.

Να λοιπόν, ένα σίγουρα πολύ καλό που έγινε τα τελευταία χρόνια: Αποφασίσαμε ότι δεν θέλουμε το εθνικό ακροατήριο. Ούτε και αυτό είχε ποτέ πει ότι μας θέλει, βέβαια. Και αντί να τα βάψουμε μαύρα επειδή πήραμε μια τέτοια απόφαση, είδαμε ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος για την αριστερά. Περίπλοκος, συχνά αχάριστος, αντιφατικός, ορισμένες φορές ιδιοτελής. Δύσκολος, δηλαδή. Και, λοιπόν; Μας είχε πει κανείς ότι τα πράγματα θα είναι εύκολα;

* Το κείμενο έχει γραφεί για το Φόρουμ Πρέβεζας